Κυριακή, Ιούλιος 05, 2009

Κείμενο για το αντιρατσιστικό φεστιβάλ και άρθρο Τ.Φ. για Ιράν

http://www.inclusivedemocracy.org/brochures/2009.7__ratsismos_antiratsistiko_festival.htm

Κείμενο που μοιράζεται στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ αυτές τις μέρες στο περίπτερο της ΠΔ.

ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ: Αναπόφευκτο σύμπτωμα του συστήματος και των ιεραρχικών σχέσεων

http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2009/07_04.html

Η ιρανική «ροζ» επανάσταση και η ρεφορμιστική Αριστερά

Ελευθεροτυπία (4 Ιουλίου 2009) http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=60317


Η Ιρανική «ροζ» επανάσταση και η ρεφορμιστική Αριστερά

printable version

ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο «προοδευτικός» Ομπάμα και σύσσωμη η «δημοκρατική Δύση» (δηλαδή η υπερεθνική ελίτ) με τη κρίσιμη υποστήριξη της ρεφορμιστικής Αριστεράς (δηλαδή της Αριστεράς που δεν θέτει θέμα αμφισβήτησης του ίδιου του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας») εξεγέρθηκαν για την καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το αίμα που χύθηκε στο Ιράν. Φυσικά, έχουν αχρωματοψία όταν «δεν βλέπουν» χειρότερες καταπατήσεις και πολλαπλάσιο αίμα να χύνεται από τους φίλους τους Σιωνιστές σφαγείς στην Παλαιστίνη ή τα στυγνά δικτατορικά καθεστώτα που στηρίζουν στην Αίγυπτο, τη Σαουδικη Αραβία, κ.α. καθώς και τα προτεκτοράτα που ήδη εγκατέστησαν χάρη στις εισβολές και κατοχές τους στο Ιράκ και Αφγανιστάν. Έτσι, από Μαρξογενείς τύπου Σλαβόι Ζίζεκ (Slavoj Žižek)[1] μέχρι «αντιεξουσιαστές» τύπου Ζnet (Τσόμσκι, Αλμπερτ κ.α.)[2], και την αντίστοιχη ρεφορμιστική και «αντιεξουσιαστική» Αριστερά στα παρ’ ημίν, η θέση είναι μια: στο Ιράν ξέσπασε μια λαϊκή εξέγερση ενάντια σε ένα τυραννικό και σκοταδιστικό Ισλαμικό καθεστώς που «έκλεψε» τη νίκη στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές από τους «προοδευτικούς» μεταρρυθμιστές. Βεβαίως, η θέση αυτή της ρεφορμιστικής Αριστεράς δεν είναι καινούρια γιατί παρόμοια στάση τήρησε σε σχέση με όλους τους πολέμους της υπερεθνικής ελίτ στην περίοδο της Νέας Τάξης, καθώς και στις «ροζ» επαναστάσεις που η ίδια ελίτ οργάνωσε και χρηματοδότησε μαζί με τις διαπλεκόμενες ΜΚΟ για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Γεωργία, την Ουκρανία κλπ. Στη πραγματικότητα, έχουμε μια διπλή σύγκρουση στο Ιράν. Η πρώτη σύγκρουση αναφέρεται στην παλιά διαμάχη μεταξύ «δυτικοφρόνων» εκσυγχρονιστών (κυρίως από τα ανώτερα και μεσαία στρώματα της αστικής τάξης) και Ισλαμιστών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στη διαμάχη μέσα στο ίδιο το καθεστώς μεταξύ των φονταμενταλιστών της επανάστασης και «μεταρρυθμιστών».

Η πρώτη σύγκρουση χαρακτήριζε όλη την περίοδο μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και εντάθηκε μετά τη δεκαετία του 1950 όταν ανετράπη ο εθνικιστής ηγέτης Μοσαντέκ (Mohammed Mosaddeq) από Άγγλο-αμερικάνικο πραξικόπημα που ξεκίνησε (καλή ώρα!) με μαζικές διαδηλώσεις στη Τεχεράνη που ήταν πληρωμένες από την CIA, όπως αποκάλυψε η ίδια![3] Το καθεστώς του Σάχη που επέβαλλαν οι Άγγλο-Αμερικάνοι για πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα ήταν ένα από τα πιο τυραννικά καθεστώτα στην Ιστορία και κατόρθωσε να συγκεντρώσει εναντίον του ένα πελώριο λαϊκό κίνημα από ισλαμιστές αλλά και εκσυγχρονιστές που οδήγησε στη μεγαλειώδη λαϊκή επανάσταση του 1979, η οποία σάρωσε μεν το καθεστώς αλλά ―με δεδομένο τον συσχετισμό δυνάμεων― έδωσε την εξουσία στους Ισλαμιστές του Αγιατολλάχ Χομεινί (Rudollah Khomeini). Οι Ισλαμιστές όμως αυτοί δεν ήταν οι (ανορθολογικοί) συντηρητικοί, που κατά κανόνα συνιστούν τους ανά τον κόσμο θρησκόληπτους, αλλά έπαιζαν ένα ρόλο παρόμοιο με αυτόν της «απελευθερωτικής θεολογίας» στη Λατινική Αμερική, η οποία προσπαθούσε να συνδυάσει κάποια ανθρωπιστικά κηρύγματα του Χριστιανισμού με τις σοσιαλιστικές αρχές κοινωνικής δικαιοσύνης ―με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την καταδίκη της από την εκκλησιαστική ιεραρχία! Έτσι, οι Ιρανοί Ισλαμιστές της «πρώτης γενιάς» γύρω από τον Χομεινί διακήρυσσαν όχι μόνο την ανάγκη για ένα θεοκρατικό καθεστώς αλλά και ―κυρίως― την ανάγκη απεξάρτησης της χώρας από τη Δύση, πράγμα που συνεπαγόταν και μια πολιτική υποστήριξης των κινημάτων κατά της υπερεθνικής ελίτ στον Αραβικό κόσμο και αλλού. Ακόμη και στο οικονομικό επίπεδο, το καθεστώς Χομεινί προσπάθησε, κυρίως μέσω κοινωνικών παροχών και κοινωνικής προστασίας, αλλά και σημαντικών εθνικοποιήσεων, να επιτύχει αναδιανομή της οικονομικής δύναμης και του πλούτου από την αστική τάξη, (που είχε δημιουργηθεί επί Σάχη και εμφορείτο από τις δυτικές αξίες για την υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων κ.λπ.), προς τα λαϊκά στρώματα. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι φοιτητές-γόνοι των προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων στα πολυτελή βόρεια προάστια της Τεχεράνης και αστές των αντίστοιχων σαλονιών πρωταγωνίστησαν στις διαδηλώσεις των περασμένων εβδομάδων που πρόβαλλαν τα δυτικά ΜΜΕ. Παρόλα αυτά, οι διαδηλώσεις αυτές δεν συγκρινόντουσαν σε όγκο με αυτές των υποστηρικτών του καθεστώτος ―γεγονός που ανάγκασε το BBC να καταφύγει σε λαθροχειρίες, παρουσιάζοντας οπαδούς του καθεστώτος σε παλλαϊκή διαδήλωση ως αντικαθεστωτικούς, αφού προηγουμένως είχε φροντίσει ν’ αφαιρέσει τη φωτογραφία του Αχμαντινετζάντ από το πλάνο![4]

Η δεύτερη σύγκρουση είναι ενδο-καθεστωτική και ξεκίνησε αμέσως μετά το θάνατο του αγιατολάχ Χομεινί. Είναι μια σύγκρουση μεταξύ, από τη μια μεριά, των φονταμενταλιστών της επανάστασης που εκπροσωπούνται από τον διάδοχο του Χομεινί αγιατολάχ Χαμενέι (Ali Khamenei) και την πλειοψηφία των ανωτάτων κληρικών, καθώς και τον Αχμαντινετζάντ (Mahmoud Ahmadinejad) που παίζει εκτελεστικό βασικά ρόλο, και, από την άλλη, των «μεταρρυθμιστών» που θέλουν να διατηρήσουν μεν το Ισλαμικό καθεστώς, μετατρέποντάς το, όμως, σε ένα είδος Σιιτικής Σαουδικής Αραβίας, δηλαδή σε ένα ουσιαστικά ενσωματωμένο στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς πελατειακό καθεστώς της υπερεθνικής ελίτ. Οι «μεταρρυθμιστές» εκφράζονται κυρίως από τον αγιατολάχ Ραφσαντζανί (Akbar Hashemi Rafsanjani), ο οποίος έγινε πάμπλουτος χάρη στην επανάσταση του ‘79, τον τέως ρεφορμιστή πρόεδρο Καταμί (Mohammad Khatami) και μια μερίδα κληρικών που, με την αμέριστη υλική και ηθική συμπαράσταση της υπερεθνικής ελίτ και των διεθνών ΜΜΕ που ελέγχει, στήριξαν τον εκλεκτό τους Μουσαβί (Mir-Hossein Mousavi) στις εκλογές. Η θέση αυτή της υπερεθνικής ελίτ θεμελιωνόταν στη πεποίθηση ότι οι ρεφορμιστές θ’ ακολουθούσαν μια πιο διαλλακτική θέση στο θέμα της πυρηνικής ενέργειας και θα έπαυαν την στήριξη των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων (Χαμάς, Χεζμπολλά κ.λπ.) και την ελπίδα ότι η αναπόφευκτη φθορά τους θα άνοιγε στο μέλλον τον δρόμο στους αστούς εκσυγχρονιστές.

Έτσι, στις τελευταίες εκλογές αναδύθηκε μια «ανίερη συμμαχία» αστών εκσυγχρονιστών που ωφελήθηκαν από τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις Ραφσαντζανί, (δηλαδή τις ιδιωτικοποιήσεις, την απελευθέρωση του εξωτερικού εμπορίου κ.λπ.)[5] και Ισλαμιστών ρεφορμιστών, η οποία πρωτοστάτησε στις κινητοποιήσεις των τελευταίων εβδομάδων ενάντια στην πλειοψηφία των Ιρανών που ήδη πληρώνουν με ανεργία τις μεταρρυθμίσεις αυτές (συμπεριλαμβανομένων των εργατών στη πετρελαιοβιομηχανία που θα τις επλήρωναν στο μέλλον αν εκλεγόταν ο Μουσαβί) και ωφελήθηκε από τις αυξήσεις μισθών και συντάξεων του Αχμαντινετζάντ. Και αυτό, διότι δεν υπάρχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο για σημαντική νοθεία αλλά, απλώς, κάποια υποθετικά συμπεράσματα από έρευνα Ιρανού ακαδημαϊκού[6] που αρθρογραφεί στην Γκάρντιαν... υπέρ των εκσυγχρονιστών, ενώ ακόμη και Αμερικανική δημοσκόπηση τρεις βδομάδες πριν τις εκλογές στο Washington Post έδωσε τα ίδια αποτελέσματα! Έτσι, ουσιαστικά, η συμμαχία αυτή επιχειρεί ένα πραξικόπημα κατά της λαϊκής βούλησης, με την αμέριστη βοήθεια της υπερεθνικής ελίτ αλλά και της ρεφορμιστικής και «αντιεξουσιαστικής» Αριστεράς, που παίζει πάλι τον ρόλο παρατρεχάμενου της. Όχι μόνο διότι συντάσσεται με τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις μέσα στο ίδιο το Ιράν αλλά και διότι νομιμοποιεί το προετοιμαζόμενο στρατιωτικό πλήγμα των Σιωνιστών και της υπερεθνικής ελίτ (αν αποτύχει το σημερινό πραξικόπημα) με στόχο την αλλαγή καθεστώτος και την πλήρη επιβολή της Νέας Τάξης στην περιοχή, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τα εθνικοαπελευθερωτικά αλλά και κοινωνικά κινήματα.



[1] Ελευθεροτυπία (27/6/2009)

[2] Βλ. για σχετική κριτική «Η Παγκόσμια Κρίση, η Ελλάδα και το Αντισυστημικό Κίνημα» (Κουκκίδα, 2009) κεφ. 8.3 & 13.3. http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grbooks_koukida_2009/grbooks_koukida_2009.htm

[3] Dr. Donald N. Wilder, “Overthrow of premier Mossadeq of Iran: November 1952-August 1953,” Cladestine Service History, CS Historical Paper No. 208 (Date written: March 1954, Date published: October 1969); http://web.payk.net/politics/cia-docs/published/one-main/main.html

[4] Paul Joseph Watson, “BBC Caught In Mass Public Deception With Iran Propaganda”, Infowars (18/6/ 2009). http://www.infowars.com/bbc-caught-in-mass-public-deception-with-iran-propaganda/

[5] Ramine Motamed-Nejad, “Iran: money and the mullahs”, Le Monde Diplomatique (Ιούνης 2009).

[6] Ali Ansari & Thomas Rintoul, “Magic numbers”, The Guardian (22/6/2009). http://www.guardian.co.uk/commentisfree/2009/jun/22/iran-election-voters-numbers



ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ: αναπόφευκτο σύμπτωμα του συστήματος και των ιεραρχικών σχέσεων

εκτύπωση

H επομένη των ευρωεκλογών μας βρήκε με μια σαφή ένδειξη συντηρητικοποίησης της κοινωνίας που οδήγησε την πολιτική ελίτ της χώρας σε εξαγγελίες σκληρών μέτρων πάταξης της μετανάστευσης και προσπάθειας σφιξίματος του κλοιού γύρω από τους κατειλημμένους χώρους και τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας. Ψευδεπίγραφος στόχος που προβάλλεται είναι η αποκατάσταση της «έννομης τάξης», κυρίως στο κέντρο της Αθήνας που έχει διαταραχθεί από τους πολυπληθείς εξαθλιωμένους οικονομικούς μετανάστες, πραγματικός η στοχοποίηση των μεταναστών ως η κύρια αιτία της οικονομικής δυσπραγίας και αύξησης της εγκληματικότητας και απώτερος στόχος η ικανοποίηση των «νοικοκυραίων» και της δυσαρεστημένης πελατείας των αστικών κομμάτων που τα εγκατέλειψαν προς τους ακροδεξιούς παραδείσους.

Η φτώχεια και η ανεργία στη χώρα στρέφει τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα σε ακραίες πολιτικές επιλογές και αυτό εμφανίζεται διεθνώς καθώς και σε όλη την Ευρώπη: από τη Βόρεια Ιρλανδία όπου τον τελευταίο καιρό παρατηρείται έξαρση ρατσιστικής βίας μέχρι την Ιταλία όπου «αγανακτισμένοι» πολίτες αναλαμβάνουν την «περιφρούρηση» πόλεων από τους μετανάστες βλέπουμε δείγματα των αποτελεσμάτων στα οποία οδηγεί η παγκόσμια, πλέον, και ιδιαίτερα επώδυνη στο Νότο συστημική οικονομική και φυσική βία.

Η εντεινόμενη πολυδιάστατη κρίση, της οποίας τα συμπτώματα προσπαθούν να περιορίσουν οι ιδεολόγοι και τεχνοκράτες του συστήματος, είναι η μόνη αιτία για τέτοια φαινόμενα και λαϊκίστικα, εθνικιστικά κόμματα σε όλη την Ευρώπη σε αγαστή συνεργασία με τις τοπικές ελίτ εκμεταλλεύονται και αποπροσανατολίζουν το λαό από την ανάδειξη των πραγματικών αιτίων τέτοιων φαινομένων. Η ίδια η κρίση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» που έχει ενταθεί στη νεοφιλελεύθερη διεθνοποιημένη φάση της νεωτερικότητας με την πλήρη καταστροφή της οικονομικής αυτοδυναμίας των τοπικών κοινοτήτων και την ολοένα αυξανόμενη ανισότητα τόσο μεταξύ Βορρά και Νότου όσο και εντός Βορρά αλλά και εντός Νότου, με τη βίαιη ενσωμάτωση του Νότου στο σύστημα, τους καταστροφικούς πολέμους της Νέας Τάξης σε Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Αφγανιστάν, την ιδεολογική ηγεμονία της παθητικής νοοτροπίας του «τέλους της ιστορίας» και της άνευ όρων αποδοχής του στάτους κβο είναι η αιτία του βίαιου ξεριζωμού των ανθρώπων. Κοινή συνισταμένη της δραματικής επέκτασης της συστημικής βίας σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής δράσης είναι η συγκέντρωση εξουσίας/ δύναμης στα χέρια μιας υπερεθνικής, πλέον, ελίτ η οποία αναπαράγει και επεκτείνει με κάθε μέσο προς όφελος της το σύστημα, παρά τις εσωτερικές έριδες ως προς το «μερίδιο της πίτας» της εξουσίας.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα υποδοχής μεταναστών η οποία όντας σε καθεστώς οικονομικής εξάρτησης εντός του μπλοκ της ΕΕ, του κυρίαρχου δηλαδή πολιτικού και οικονομικού θεσμού μέσω του οποίου ενσωματώνεται σήμερα η χώρα μας στο διεθνοποιημένο σύστημα της οικονομίας της αγοράς και μιας ευρωκεντρικού τύπου αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» όπου η τοπική πολιτική ελίτ απλά εφαρμόζει προειλημμένες αποφάσεις, ασφυκτιά υπό το βάρος των γνωστών και αναπόφευκτων (λόγω της ανισομερούς ανάπτυξης που επιφέρει η ίδια η λειτουργία του) οικονομικών προβλημάτων της περιφέρειας της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Και παρότι στις «χρυσές» εποχές προετοιμασίας της ολυμπιακής φιέστας «ξεζούμισε» (και εξαφάνισε από το προσκήνιο προς χάριν «καλλωπισμού» των Ολυμπιακών πόλεων) τους μετανάστες στους οποίους οφείλει σημαντικό μερίδιο της «ανάπτυξης» της σήμερα, βλέπει σήμερα (εκτός από τους ιδεολογικά «βολεμένους» της «εναλλακτικής» Αριστεράς) ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα. Αποδιοπομπαίος τράγος από το σύστημα και τις ελίτ σε αυτή την εξελισσόμενη και διαρκή τραγωδία είναι οι μετανάστες, το πιο ελέγξιμο και ευέλικτο κομμάτι του ανθρώπινου δυναμικού στα γρανάζια της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Οι μετανάστες είναι το αποδοτικό εργαλείο που μπορεί να παράγει με το ελάχιστο κόστος χωρίς κανένα δικαίωμα διεκδίκησης καλύτερων όρων εργασίας, που πετιέται και αντικαθίσταται ανά πάσα στιγμή, που αντιμετωπίζει τη βαναυσότητα των μηχανισμών καταστολής και την περιφρόνηση του ντόπιου πληθυσμού και που εκτοπίζεται άγρια από τους πολέμους της υπερεθνικής ελίτ που γίνονται με το πρόσχημα της εξάπλωσης της «δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Η ρεφορμιστική Αριστερά παίζει σε όλο αυτό το έργο τον τουλάχιστον απαράδεκτο ρόλο της καθώς αντί να καταδείξει τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος αρκείται σε μια ανέξοδη υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μεταναστών σφυρίζοντας αδιάφορα για θεμελιακές δομές του συστήματος και των αξιών του που ευθύνονται για το υπαρκτό μεταναστευτικό πρόβλημα, όπως είναι το ίδιο το πολιτικοοικονομικό μπλοκ της ΕΕ, και δεν τις αμφισβητεί, παρά μόνο «αγωνίζεται» εκ των έσω για μια απροσδιόριστη και ουτοπική με την αρνητική έννοια «εμβάθυνση» της «δημοκρατίας» των θεσμών. Ωστόσο ο αγώνας της αντισυστημικής Αριστεράς και ενός αντισυστημικού κινήματος που είναι αναγκαίος όσο ποτέ σήμερα, θα πρέπει να στοχεύει στο οριστικό ξερίζωμα του συστήματος και του θεσμικού πλαισίου που το αναπαράγει και στην αντικατάστασή τους από πραγματικά δημοκρατικούς θεσμούς, στη διαμόρφωση των οποίων θα συμμετέχουν ενεργά και θα αποφασίζουν όλοι οι πολίτες ξεκινώντας από τους δήμους, με ένα ριζικά αποκεντρωμένο «μη-σύστημα» Περιεκτικής Δημοκρατίας, όπου στόχος θα είναι η διαρκής αυτοθέσμιση της κοινωνίας και η συνεχής αμφισβήτησή των δεδομένων αληθειών της, στη βάση του δημοκρατικού ορθολογισμού.

Στην Ελλάδα, η πολυδιάστατη κρίση που έχει πάρει εκρηκτικά χαρακτηριστικά τόσο λόγω των αναπόφευκτων δομικών προβλημάτων της οικονομικής Ανάπτυξης όσο και του ίδιου του ανορθολογισμού της λειτουργίας του συστήματος στα παρ’ ημίν, που είναι μάλλον κι αυτό ένα παράπλευρο σύμπτωμα της υιοθέτησης του ανορθολογισμού και των ανορθολογικών μεθόδων από μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας: από το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες μέχρι την αστρολογία και στη συνέχεια βέβαια το ρατσισμό, τον σεξισμό, την ομοφοβία και πολλές ακόμα πτυχές που παρατηρούμε καθημερινά, είναι ένα κοινό στοιχείο που συνδέει τις εκφάνσεις της κοινωνικής κρίσης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα κατέχουμε τα «πρωτεία» στην Ευρώπη στην απόρριψη της θεωρίας της Εξέλιξης των Ειδών, προκρίνοντας τον Ευφυή Σχεδιασμό ή έναν μεταμοντέρνο «αγνωστικισμό». Την ίδια στιγμή που οι μετανάστες τίθενται στο στόχαστρο εθνικιστών και λαϊκιστών που ανάγουν τη μετανάστευση από σύμπτωμα της λειτουργίας του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος σε «αιτία» της κρίσης, με αποτέλεσμα τα ψευτο-λαϊκά και κυβερνητικά πογκρόμ που παρατηρούμε να εντείνονται τελευταία και των οποίων πρόδρομος ήταν η δολοφονική επίθεση με βιτριόλι στην Κωνσταντίνα Κούνεβα τον Δεκέμβρη, το μίγμα λαϊκισμού, εθνικισμού και εκτεταμένου ανορθολογισμού που αποτυπώθηκε και στις τελευταίες Ευρωεκλογές, μπορεί να πάρει ακόμα πιο εκρηκτικές και εγκληματικές διαστάσεις όσο οι παράμετροι του συστήματος χειροτερεύουν. Τα περιστατικά που μπορεί να σταχυολογήσει κανείς το τελευταίο διάστημα είναι ενδεικτικά του κλίματος ρατσιστικής υστερίας. Συνεχή πογκρόμ στα σύγχρονα γκέτο μεταναστών τόσο από «νόμιμες» δυνάμεις καταστολής όσο και από τα παρακρατικά δεκανίκια τους, τρομοκράτηση των αλλόθρησκων από ημεδαπούς ελληνορθόδοξους ανορθολογιστές, σχέδια για δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης τύπου Γκουαντάναμο που θα κρύβουν αυτά που δεν θέλει να βλέπει η πολιτική ελίτ και οι ανώτερες μεσαίες τάξεις της χώρας που τους θυμίζουν τη δική τους ευθύνη και αδυναμία. Όλα αυτά σερβίρονται καθημερινά με δόσεις ρατσιστικής σήψης από τα παράσιτα του συστήματος, τα τηλεοπτικά ΜΜΕ που διαμορφώνουν τη λαϊκή συνείδηση κατά τις επιταγές της ημιολοκληρωτικής, πλέον, «δημοκρατίας» που υπηρετούν. Η περίπτωση της μαχόμενης συνδικαλίστριας και μετανάστριας Κωνσταντίνας Κούνεβα οδεύει στο αρχείο ενώ το άγριο λιντσάρισμα των δύο μεταναστών εργατών στην Νέα Μανωλάδα ρίχνει στα μαλακά τους βασανιστές με την κατηγορία του πλημμελήματος, την ίδια στιγμή που παραπέμπει τα θύματα με κακουργηματική κατηγορία (!) και ταυτόχρονα μαρτυρά τις καταγεγραμμένες δυνατότητες αποσιώπησης και συγκάλυψης του κρατικού μηχανισμού. Οι εφιαλτικές εικόνες στο κτήριο του Εφετείου στο κέντρο της Αθήνας όπου στοιβάζονται εκατοντάδες ανθρώπινες ψυχές σε άθλιες συνθήκες υγιεινής φανερώνει την παρακμή του ανέκαθεν υποτυπώδους (ακόμα και στα πλαίσια του συστήματος) ελληνικού κράτους πρόνοιας που έχει πάρει δραματικές διαστάσεις στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

Στο πραγματικό συστημικό πρόβλημα της μετανάστευσης, το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας θεωρεί ότι δεν μπορούν να υπάρξουν ανθρώπινες λύσεις μέσα στο σύστημα και ότι είναι τουλάχιστον υποκριτικό να προσπαθούν να λύσουν το θέμα, μάλιστα οργανώνοντας μαζικές απελάσεις και παράλληλα «φιλανθρωπίες» σε κάποιους «τυχερούς» για να χρυσώσουν το χάπι, ιδεολογικά ή θεσμικά συνυπαίτιοι της αναπαραγωγής και επέκτασης του συστήματος. Είναι βέβαια αδιανόητο, πόσο μάλλον για τους ίδιους τους μετανάστες που έχουν κάποια χρόνια και εργαστεί στην Ελλάδα, για την οικογένεια και τα παιδιά τους που έχουν προσαρμοστεί σε σημαντικό βαθμό κοινωνικά εδώ, να απελαύνονται βίαια και μάλιστα από αυτούς που διαιωνίζουν τα αίτια εξαθλίωσης τους τόσο τοπικά όσο και παγκοσμίως!

Παρόλα αυτά, ο αντι-ρατσισμός ως μια ακόμα μορφή αποσπασματικής (αντι-)δράσης από τους πολλούς στην Ελλάδα υποστηρικτές της «άμεσης δράσης», όπως η «αντίσταση στην εργοδοτική τρομοκρατία», η «επαναοικειοποίηση» των δημόσιων χώρων, η αντικρατική δράση, οι μονοθεματικές αν και χρήσιμες κινήσεις αντιπληροφόρησης και οι απολίτικες καταλήψεις, ως αντίδραση στα συμπτώματα της συστημικής βίας, φάνηκαν για ακόμα μια φορά εντελώς ανεπαρκή μέσα στο να δημιουργήσουν μια μαζική αντισυστημική συνείδηση την περίοδο που ακολούθησε το Δεκέμβρη μέχρι σήμερα.

Σε αυτή την προβληματική, η ΠΔ θεωρεί το ρατσισμό ως ένα βασικό συστημικό σύμπτωμα που μπορεί να δειχτεί ότι ανάγεται στη συγκέντρωση εξουσίας, πολιτικής, οικονομικής και βέβαια ευρύτερα κοινωνικής, που γίνεται μέσω του διεθνοποιημένου πλέον συστήματος και που έχει βέβαια ιδιαίτερη σχέση με την άνοδο του ανορθολογισμού και του εθνικισμού σε «κράτη παρίες» όπως το Ιράν (για τα τεκταινόμενα στο οποίο οδύρονται απροκάλυπτα και ανιστόρητα οι απανταχού υπερασπιστές των πετσοκομμένων «ατομικών δικαιωμάτων» και ιδεολόγοι του συστήματος, ρεφορμιστές και διάφοροι «αντιεξουσιαστές» που παίζουν στον «χώρο» το ρόλο των ΜΚΟ και των απολογητών της Νέας Διεθνούς Τάξης). Θεωρεί ότι οι πραγματικά ριζοσπαστικές λύσεις που θα δημιουργήσουν, μέσα από μια καθολική Κοινωνική Πάλη για συλλογική και ατομική αυτονομία, συνθήκες ριζικής αλλαγής τόσο της συνειδητοποίησης των τάξεων που πλήττονται ολοένα και περισσότερο από την ανισοκατανομή δύναμης και τον αποκλεισμό τους στη λήψη αποφάσεων και τον αυτοκαθορισμό τους σε όλες τις κοινωνικές σφαίρες, απέναντι σε ανθρώπους διαφορετικής φυλής, φύλου, εθνοτικής, πολιτιστικής και σεξουαλικής ταυτότητας, έτσι ώστε να εκλείψει πλέον το «διαίρει και βασίλευε» που έχει κυριαρχήσει ακόμα και μεταξύ των ίδιων των εξουσιαζόμενων σε διαφορετικές ομάδες ταυτότητας, θα προέλθουν από μια εναλλακτική κοινωνική οργάνωση κλίμακας, χτίζοντας, εδώ και τώρα θεσμούς Περιεκτικής Δημοκρατίας, ΕΞΩ από το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και των συνακόλουθων εξουσιαστικών, ιεραρχικών και πατριαρχικών θεσμών.

Λόγω των οργανωτικών αρχών μιας Περιεκτικής Δημοκρατίας, της αρχής της αυτονομίας και της αρχής της κοινότητας, που είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να σταθεί μια δημοκρατική κοινωνία, η απελευθερωτική ηθική που θα απορρέει από αυτές τις αρχές θα καθιστά ανεπίτρεπτες τέτοιες διακρίσεις. Την ίδια στιγμή, οι ασφαλιστικές δικλείδες που προβλέπονται σε μια δημοκρατική κοινωνική οργάνωση από το πρόταγμα της ΠΔ, προστατεύουν από πιθανές διακρίσεις τις μειονότητες, ακόμα και τους ενός, μέσα από την καταστατική πρόβλεψη δημιουργίας ξεχωριστών συνελεύσεων μειονοτήτων για θέματα που τις αφορούν, καθώς και της δυνατότητας άσκησης ομαδικού βέτο σε αποφάσεις των δημοτικών συνελεύσεων που μπορεί να δειχτεί ότι θίγουν τις μειονότητες, θωρακίζοντας και θεσμικά όλους τους πολίτες από κάθε μορφή ρατσιστικής, σεξιστικής και πολιτιστικής διάκρισης.

Έτσι, παράλληλα με τη δημοκρατική, ελευθεριακή Παιδεία, τα δημοκρατικά ΜΜΕ και τη δραστική αλλαγή της συνείδησης όσων πολιτών συμμετέχουν στο χτίσιμο των δημοκρατικών θεσμών, που θα έρχονται σε ρήξη στην πράξη με τις κυρίαρχες στο σύστημα ιεραρχικές αξίες ―το λεγόμενο «κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα» του ετερόνομου συστήματος― μέσα από την ίδια την τριβή και τη συμμετοχή σε αυτούς, θα περνάμε σταδιακά και μέσα από τη συνομοσπονδιοποίηση των περιεκτικών δήμων, σε μια εναλλακτική κοινωνία και το αντίστοιχο παράδειγμα της. Σε μια κοινωνία στην οποία όχι απλά δεν θα νοείται να υφίστανται ρατσιστικές, σεξιστικές και ομοφοβικές συμπεριφορές, αλλά και καμία άλλη ετερόνομη/εξουσιαστική σχέση (οικονομική, πολιτική, κοινωνική) σε όλες τις σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Είναι επομένως επιτακτική η ανάγκη σήμερα περισσότερο από ποτέ για τη δημιουργία ενός μαζικού αντισυστημικού κινήματος στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς με στόχο την ανατροπή του υπάρχοντος καταδυναστευτικού για την ανθρωπότητα συστήματος της οικονομίας της αγοράς, που σήμερα καταδικάζει εκατομμύρια ανθρώπους στην ανεργία, τη φτώχεια και την εξαθλίωση και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», όπου οι εγκληματικές ελίτ ως ηθικοί αλλά και φυσικοί αυτουργοί δεν διστάζουν να χρησιμοποιούν την ωμή φυσική βία εναντίον των πολιτών για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους και αυτών των οικονομικών ελίτ. Ενός κινήματος που θα θεμελιώνεται πάνω σε ένα σαφές συνολικό πρόταγμα που θα αποδίδει τη σημερινή πολυδιάστατη κρίση στη συγκέντρωση εξουσίας/δύναμης στα χέρια των λίγων, μεταβατική στρατηγική και προϋποθέσεις για τη νέα κοινωνία που θα στηρίζεται στην ισοκατανομή της δύναμης μεταξύ όλων των πολιτών, δηλαδή την κατάργηση των εξουσιαστικών σχέσεων και δομών, μια ανασύνθεση και υπέρβαση των ιστορικών αντισυστημικών παραδόσεων (της δημοκρατικής/αυτόνομης παράδοσης, της σοσιαλιστικής και των αντισυστημικών τάσεων μέσα στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα (φεμινιστικό, οικολογικό, μειονοτήτων). Πρέπει άμεσα όλες οι αντισυστημικές δυνάμεις (σοσιαλιστικές, ελευθεριακές) να συμπαραταχθούν με ένα ελάχιστο κοινό πρόγραμμα δράσης για την ανατροπή του συστήματος.

ΕΜΠΡΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΙΣΟΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ, ΧΩΡΙΣ ΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΒΙΑ, ΕΙΤΕ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ, ΕΙΤΕ ΦΥΣΙΚΗ!

ΚΑΤΩ ΟΙ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΥΠΗΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗΣ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»!

Ιούλιος 2009

ΔΙΚΤΥΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Δίκτυο για την Περιεκτική Δημοκρατία: www.inclusivedemocracy.org

Eπικοινωνία: peridimok@gmail.com

Δευτέρα, Ιούνιος 08, 2009

Εκδηλώσεις - συζητήσεις για την Περιεκτική Δημοκρατία μέσα στον Ιούνιο

Πρόγραμμα εκδηλώσεων-συζητήσεων

του ελληνικού δικτύου Περιεκτικής Δημοκρατίας και

του Τάκη Φωτόπουλου το μήνα Ιούνιο στην Ελλάδα


(προσοχή!! Μεταφέρθηκε η ημερομηνία της βιβλιοπαρουσίασης για τις 25/6 από 24/6)



Έχουμε τη χαρά να σας ενημερώσουμε για το πρόγραμμα των εκδηλώσεων – συζητήσεων του ελληνικού δικτύου Περιεκτικής Δημοκρατίας και του Τάκη Φωτόπουλου μες στο μήνα Ιούνιο στην Ελλάδα και προσκαλούμε όλους τους αναγνώστες και φίλους να παρευρεθούν και να συμμετέχουν ενεργά σε αυτές:


========================================================================================


ΤΡΙΤΗ 9 ΙΟΥΝΙΟΥ 2009


ΘΗΒΑ: αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου Θήβας (παλαιό Δημαρχείο)



Ώρα 20:30



ΟΜΙΛΙΑ - ΣΥΖΗΤΗΣΗ

«Ο ΡΟΛΟΣ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»


========================================================================================


ΤΡΙΤΗ 16 ΙΟΥΝΙΟΥ 2009



ΣΥΡΟΣ: αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Αιγαίου (πρώην 1ο Γυμνάσιο Σύρου)



Διοργάνωση από τον φοιτητικό σύλλογο Μηχανικών Σχεδίασης Προϊόντων και Συστημάτων



Ώρα 20:00


ΟΜΙΛΙΑ - ΣΥΖΗΤΗΣΗ


«ΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΑΝΤΙΣΥΣΤΗΜΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΙΣ ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ»



========================================================================================



ΠΕΜΠΤΗ 25 ΙΟΥΝΙΟΥ 2009



ΑΘΗΝΑ: αίθουσα ανταποκριτών ΕΣΗΕΑ, Ακαδημίας 23



Ώρα 19:30



ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ


Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΡΙΣΗ, Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΣΥΣΤΗΜΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ: ΗΜΙ-ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» Ή ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ;



ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΚΚΙΔΑ



Την παρουσίαση του βιβλίου και εισηγήσεις για την Περιεκτική Δημοκρατία θα κάνουν οι:



Τάκης Φωτόπουλος, συγγραφέας του βιβλίου, Γιάννης Ραχιώτης, δικηγόρος, μέλος της συμβουλετικής επιτροπής του περιοδικού Περιεκτική Δημοκρατία, Νίκος Μολυβιάτης, δημοσιογράφος και μέλη του ελληνικού δικτύου περιεκτικής δημοκρατίας.





Ιούνιος 2009





[ ΔΙΚΤΥΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ]

Πέμπτη, Μάϊος 28, 2009

B-FEST: ο «αντι-εξουσιαστικός» (anti-authoritarian) ρεφορμισμός αντεπιτίθεται

Ανακοίνωση - Ανάλυση του δικτύου Περιεκτικής Δημοκρατίας για το διεθνές "αντιεξουσιαστικό" φεστιβάλ B-FEST

Το κείμενο εδώ:

http://www.inclusivedemocracy.org/brochures/27-5-2009-%CE%92FEST.htm

B-FEST: ο «αντι-εξουσιαστικός» (anti-authoritarian) ρεφορμισμός αντεπιτίθεται


Περιεχόμενα


1. Ερωτήματα για τη σύγχυση «αντιεξουσιαστικής», αναρχικής ρητορικής και μιας καθαρά φιλελεύθερης προπαγάνδας

2. Μάικλ Άλμπερτ, Πάρεκον: Μια εναλλακτική κοινωνία ή ένα «εναλλακτικό» οικονομίστικο όραμα;

A. Γιατί δεν ανήκει σε καμία από τις ιστορικές παραδόσεις της Αριστεράς

B. Γιατί δεν είναι ολοκληρωμένο πολιτικό πρόταγμα

Γ. Γιατί δεν στηρίζεται σε μια γενικότερη πολιτική, ιστορική και φιλοσοφική ανάλυση -"Συμμετοχική Πολιτική"/ParPol

3. Νόαμ Τσόμσκι και Χάουαντ Ζινν: Αναρχικοί ή «ελευθεριακοί φιλελεύθεροι»;

4. Νόαμ Τσόμσκι: Ο «κορπορατιστικός καπιταλισμός» και το πρόβλημα της έλλειψης ανταγωνισμού, ο Μπους και οι «ασυνείδητοι» ιδιώτες.

Α. O ανιστόρητος καπιταλισμός του Τσόμσκι

Β. O Τσόμσκι και η φιλελεύθερη «δημοκρατία»

Γ. H «αναρχική» λύση για τον Τσόμσκι: Αγώνες για δικαιώματα και πιέσεις της "κοινωνίας των πολιτών" και λίγο από... Πάρεκον

5. Χάουαρντ Ζιν: Ψηφίζουμε τον λιγότερο κακό αντιπρόσωπο, στηρίζουμε Ομπάμα και μετά αγωνιζόμαστε για «δικαιοσύνη»!

A. Ο αναρχικός αγώνας του Ζιν για «δικαιοσύνη» και πιέσεις στην ελίτ

Β. Στηρίζουμε Ομπάμα, τον στυλοβάτη του έθνους και του Συντάγματος μας

Γ. Ψηφίζουμε στις εκλογές και μετά... αυτοοργανωνόμαστε

6. Ελευθεριακός Σιωνισμός: Μια ακόμα συντηρητική συνιστώσα του «αναρχισμού» των Τσόμσκι και Ζιν


B-FEST: ο «αντι-εξουσιαστικός» (anti-authoritarian) ρεφορμισμός αντεπιτίθεται

1. Ερωτήματα για τη σύγχυση αντιεξουσιαστικής - αναρχικής ρητορικής και μιας καθαρά φιλελεύθερης προπαγάνδας

Επιστέγασμα της συνεργασίας μεταξύ της εφημερίδας Βαβυλωνία και του αμερικανικού πολιτικού δικτύου ZNET που ξεκίνησε πριν ένα χρόνο αποτελεί η διοργάνωση διεθνούς «αντιεξουσιαστικού» φεστιβάλ αυτές τις μέρες στη χώρα μας. Σε αυτό το φεστιβάλ το οποίο περιλαμβάνει και “έκθεση αναρχικού βιβλίου” έχουν προσκαλεστεί «πρώτα ονόματα» της «αντι-αυταρχικής» αριστεράς όπως οι Νόαμ Τσόμσκι, Χάουαρντ Ζιν και Μάικλ Άλμπερτ ,που όμως όπως θα δούμε ελάχιστη σχέση έχουν με τον αντιεξουσιαστικό χώρο όπως έχει επικρατήσει στην ουσία να καλείται σε μεγάλο βαθμό ο αναρχικός χώρος στην Ελλάδα. Ελάχιστοι είναι άλλωστε αυτοί στο διεθνές αναρχικό κίνημα που αναγνωρίζουν ως αναρχικούς τους κύριους θεωρητικούς του, Νόαμ Τσόμσκι, Μάικλ Άλμπερτ, Χάουαρντ Ζιν (Δεν είναι τυχαίο π.χ. που διεθνές θεωρητικό αναρχικό περιοδικό χαρακτήρισε το Πάρεκον «Συμμετοχική Γραφειοκρατία») ενώ βέβαια δεν παραλείπουν να τους προβάλλουν παντοιοτρόπως τα διεθνή (Monde Diplopatique, New Left Review) και τα αντίστοιχα ελληνικά (Ελευθεροτυπία, Αυγή, Εποχή κτλ.) έντυπα της ρεφορμιστικής Αριστεράς. Επειδή, η γραμμή του ZNET αποτελεί και το ιδεολογικό αποκούμπι για το καθ’ όλα ρεφορμιστικό Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ (ΠΚΦ) καθώς και για πολλές οργανώσεις στην Αριστερά των «ατομικών δικαιωμάτων» έχουν ήδη τραβήξει, μεταξύ άλλων, το ενδιαφέρον των ντόπιων «προοδευτικών» ΜΜΕ.

Όμως αυτή η “παρεξήγηση” μεταξύ των όρων ίσως να μην είναι τυχαία. Ο όρος «anti-authoritarian» που χρησιμοποιείται στα αγγλικά κατά κόρον από αριστερούς μέχρι νεοφιλελεύθερους και τον οποίο υιοθετεί για την αγγλική προώθηση του φεστιβάλ και η «αντιεξουσιαστική» εφημερίδα Βαβυλωνία (βλ. αγγλικό banner για το B-Fest), δεν έχει καμία σχέση με το «αναρχικός» (anarchist) με τον οποίον αυτοπροσδιορίζονται τα βασικά στελέχη του ZNET και οι τρεις στοχαστές. Το «anti-authoritarian» είναι καθαρά φιλελεύθερος/λιμπεραλιστικός όρος που σημαίνει «αντι-αυταρχικός» και όχι «αντιεξουσιαστής», με την έννοια που σχεδόν αποκλειστικά έχει επικρατήσει στην Ελλάδα και ο οποίος στο «χώρο» ουσιαστικά ταυτίζεται με την έννοια «αναρχικός». Με απλά λόγια, «αντί-αυταρχισμός» σημαινει εναντίωση στη κατάχρηση εξουσίας, ενώ αναρχισμός σημαίνει εναντίωση στην ίδια την ύπαρξη εξουσίας και εξουσιαστικών σχέσεων

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι: εάν η ταύτιση αυτή προέρχεται απλά από τη διαπιστωμένη διαστρέβλωση και το σφετερισμό του αναρχικού κινήματος στην Αμερική το οποίο παρουσιάζεται από «αστέρες» της «ελευθεριακής» αριστεράς όπως αυτοί που έχουν προσκαλεστεί στο φεστιβάλ σαν μια άσκηση «αντι-απολυταρχισμού» και «αντι-αυταρχισμού», για ποιο λόγο περιοδικά όπως η Βαβυλωνία που αυτοπροσδιορίζονται ως «αντιεξουσιαστικά» (χρησιμοποιώντας τον όρο όπως έχει επικρατήσει στον ελληνικό χώρο) προβάλλουν μαζικά τόσο στα κείμενα τους (μετά τη συνεργασία με το δίκτυο των «αντι-απολυταρχικών» ZNET), όσο και στον «κράχτη» του φεστιβάλ τους («Η Ελευθερία Αντεπιτίθεται») τους εν λόγω λαμπερούς καλεσμένους δήθεν ως «ελευθεριακούς» και «αναρχικούς», προκαλώντας απαράδεκτη σύγχυση και αποπροσανατολίζοντας ένα δυνάμει αντισυστημικό αναρχικό κίνημα στην Ελλάδα που αποτελείται κυρίως από νέους ανθρώπους, μεταξύ των οποίων παιδιά των δεκεμβριανών, οι οποίοι αμφισβήτησαν έμμεσα ή άμεσα όλο το σύστημα και τα σύμβολα του και όχι κάποια αρνητικά... «συμπτώματα» του, όπως κάνουν ως επί το πλείστον οι «αναρχικοί» του ΖΝΕΤ.

Το ερώτημα μάλιστα γίνεται ακόμα πιο επιτακτικό τη στιγμή που διαβάζουμε την εξής φράση στο άρθρο «Αιρετικές πολιτικές σκιές» του τεύχους 46 της Βαβυλωνίας:

«Ενδεχομένως να προκαλεί έκπληξη σε αρκετούς το γεγονός ότι στις ΗΠΑ υπάρχουν δίκτυα με έντονη πολιτική και ακτιβιστική δραστηριότητα, όπως το Ζ, τα οποία ανήκουν στο χώρο του αυθεντικού αναρχισμού.»

Με τον απόηχο του εξεγερσιακού Δεκέμβρη να πλανιέται ακόμα στη χώρα μας και τη φήμη των ονομάτων που πρόκειται να πλαισιώσουν το φεστιβάλ, θεωρούμε απαραίτητη την κατάθεση μιας διαφορετικής άποψης όσον αφορά τη συνέπεια των θέσεων και των προτάσεων των βασικών μελών του ZNET με το αναρχικό και ευρύτερο αντισυστημικό κίνημα.

Εφόσον δεχτούμε ότι η μόνη λύση για την έξοδο από τη χρόνια κρίση που μαστίζει την ανθρωπότητα δεν είναι άλλη από την ανατροπή του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και του πολιτικού συμπληρώματος της, της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και των συνακόλουθων ιεραρχικών θεσμών και αξιών (κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα), με το σταδιακό χτίσιμο «εδώ και τώρα» εναλλακτικών θεσμών εκτός του συστήματος στο οικονομικό, αλλά και στο πολιτικό, κοινωνικό και οικολογικό επίπεδο, λύσεις τύπου Πάρεκον κατά τη γνώμη μας περισσότερο αποπροσανατολίζουν και δημιουργούν ψευδαισθήσεις στον κόσμο παρά αποτελούν ρεαλιστικές εναλλακτικές προτάσεις. Αν και είναι γνωστή η κριτική μας τόσο για το Πάρεκον όσο και για τις θέσεις του Τσόμσκι, [βλ. Τάκης Φωτόπουλος, Ο καπιταλισμός του Τσόμσκι, ο μετακαπιταλισμός του Άλμπερτ και η Περιεκτική Δημοκρατία, (Γόρδιος, 2004)] έχει αξία να δούμε συνοπτικά τι αντιπροσωπεύουν οι εν λόγω στοχαστές και το έργο τους σε σχέση με τον αναρχικό χώρο τον οποίο συχνά-πυκνά επικαλούνται. (Μολονότι οι όροι που επικαλούνται προσαρμόζονται ανάλογα και με το ακροατήριο τους και έτσι ο Αλμπερτ στους σοσιαλιστές μιλά για σοσιαλισμό, ο Τσομσκι στους φιλελεύθερους μιλά για τις ιδιάζουσες ελευθερίες που παρέχει το καθεστώς των ΗΠΑ κ.λπ.)

2. Μάικλ Άλμπερτ, Πάρεκον: Μια εναλλακτική κοινωνία ή ένα «εναλλακτικό» οικονομίστικο όραμα;

Ο Μάικλ Άλμπερτ (μαζί με τον Hahnel) είναι αυτός που κατέστρωσε εδώ και 15 περίπου χρόνια ένα οικονομικό μοντέλο για τη μετακαπιταλιστική οικονομία με τον τίτλο «Συμμετοχικά Οικονομικά» (Participatory Economics, Parecon). Το μοντέλο αυτό έχει γίνει σήμα κατατεθέν του ZNET και σημείο αναφοράς όλων των θεωρητικών του δικτύου. Ωστόσο ενώ με την πάροδο του χρόνου η πολυδιάστατη κρίση βαθαίνει ολοένα και περισσότερο και πλέον είναι επιτακτικός όχι μόνο ο προβληματισμός σχετικά με τη συγκεκριμένη μορφή που θα πάρει η μετακαπιταλιστική κοινωνία αλλά επιπλέον και οι πράξεις που θα οδηγήσουν στη δημιουργία αυτής της κοινωνίας ―μέσω της δημιουργίας ενός μαζικού αντισυστημικού κινήματος, με ανάλυση της σημερινής πραγματικότητας, στρατηγική μετάβασης και μια στοιχειώδη «προεικόνιση» μιας πραγματικά εναλλακτικής κοινωνίας που θα περιλαμβάνει όλες τις πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας (και όχι μόνο ή κυρίως την οικονομική όπως κάνει το Parecon)― η συνεισφορά των βασικών θεωρητικών του ZNET όπως θα δούμε στη συνέχεια, όχι απλά δεν φαίνεται να συνδράμει προς αυτή την κατεύθυνση αλλά αποπροσανατολίζει από την ελευθεριακή προβληματική, συνδέοντας την με καθαρά φιλελεύθερες και συντηρητικές ιδεολογίες.

Το «όραμα» του Άλμπερτ για μια «εναλλακτική κοινωνία» δεν κρύβει τις ουτοπιστικές του καταβολές. Και αυτό, διότι το «όραμα» αυτό όπως ο ίδιος το αποκαλεί, δεν βασίζεται ούτε σε κάποια ιστορική ανάλυση και ανάλυση της σημερινής πραγματικότητας, ούτε σε κάποια φιλοσοφική ανάλυση, πολύ περισσότερο σε υπάρχουσες τάσεις στη σημερινή κοινωνία, αλλά απλά σε κάποιες αξίες που αυθαίρετα ο συγγραφέας θεωρεί ότι πρέπει να ικανοποιούνται σε μια άλλη κοινωνία! Παρόλα αυτά και ενώ ο ίδιος ο Άλμπερτ, στο άρθρο του στη Βαβυλωνία τεύχος 48 με τίτλο «Διάλογος και Δογματισμός», μας πληροφορεί ότι είναι εντελώς ανοιχτός στο διάλογο και την απροκατάληπτη κριτική, έχει παρακάμψει και αποφύγει συνειδητά να απαντήσει ή ακόμα και να αναφερθεί σε εύλογες κριτικές του οικονομικού του μοντέλου που προέρχονται από τον ελευθεριακό και αναρχικό χώρο καθώς και απο την ιδια την ΠΔ, αντιθέτως, προτιμάει να καταφέρεται εναντίον των εύκολων στόχων, όπως είναι το καταδικασμένο «κεντρικό πλάνο» και ο καπιταλισμός.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Αν κάποιος αποδείξει ότι υπάρχει πρόβλημα με τη συμμετοχική οικονομία, και εγώ συνεχίζω να την υποστηρίζω παρά το πρόβλημα, τότε είμαι ανόητος και αφελής, και τα κίνητρά μου δεν είναι αυτά που επικαλούμαι. Αυτό που θα πρέπει να υποστηρίζω είναι η αναγκαιότητα ενός καλύτερου οράματος, και όχι το συγκεκριμένο, το οποίο έτυχε να συνδεθώ μαζί του. Αυτή τη στιγμή πιστεύω ότι η συμμετοχική οικονομία είναι το καλύτερο όραμα. Αλλά, αν κάποιος υποστηρίζει το αντίθετο, θα ήθελα να τον ακούσω, και όχι να χάνω το χρόνο μου ασχολούμενος με κάτι εσφαλμένο. Δεν υπάρχει κανένας λόγος. Οφείλω να αναζητώ τα σφάλματα και τις παραλείψεις μου, και αν μπορώ να τα διορθώνω ή, αν δεν διορθώνονται, να αρχίζω από την αρχή.»

Μάλιστα σε πρόσφατο άρθρο του φτάνει στο σαφώς δογματικό επίπεδο να γράφει λίγο ή πολύ πως οτιδήποτε δεν ανήκει στην οραματική του φαντασία (όπως τα συμβούλια καταναλωτών και παραγωγών!) δεν είναι βιώσιμο! [Michael Albert and Chris Spannos, «Parecon Today» (27 April 2006)]:

«Η ιδέα των συμβουλίων εργαζομένων και καταναλωτών, θα πρόσθετα, έχει μακρά και ανυψωμένη θέση στον αγώνα των εργατών και στην επανάσταση στους χώρους εργασίας και, ορισμένες φορές, ακόμα και στην οργάνωση της κοινότητας. Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο πέρα από τους αυτοδιευθυνόμενους εργαζόμενους και καταναλωτές ως τον κύριο τόπο της λήψης αποφάσεων. Οι εργαζόμενοι και καταναλωτές τείνουν από μόνοι τους προς αυτή την επιλογή κάθε φορά που εγείρονται σε γενικευμένη αντίσταση. Η ρητή αποσαφήνιση της αυτοδιεύθυνσης ως τον τρόπο λήψης των αποφάσεων από το Πάρεκον αποτελεί καινοτομία που ενυπάρχει εδώ και καιρό στις λαϊκές τάσεις.»

Αυτό βέβαια είναι μια ιστορική παραχάραξη γιατί ενώ είναι αλήθεια ότι τα εργατικά συμβούλια έχουν μακρά ιστορία στην επαναστατική και εξεγερσιακή πρακτική, τα «συμβούλια των καταναλωτών» δεν έχουν καμιά σχέση με αυτή την πρακτική και όπου εμφανίστηκαν παρόμοιες ενώσεις καταναλωτών απλώς στόχευαν στην προστασία των καταναλωτών μέσα στο σημερινό σύστημα! Αυτές οι ιστορικές στρεβλώσεις δεν είναι βέβαια καθόλου τυχαίες διότι το αυτοαποκαλούμενο «αναρχικό» και «αμεσοδημοκρατικό» μοντέλο-όραμα του Άλμπερτ απέχει παρασάγγας από το να έχει σχέση με ένα ελευθεριακό, σοσιαλιστικό ή αναρχικό πρόταγμα που βασίζεται σε υπαρκτές τάσεις στην κοινωνία, όπως είναι το πρόταγμα της ΠΔ. Και αυτό διότι:

Α. Δεν ανήκει σε καμία από τις ιστορικές παραδόσεις της Αριστεράς αλλά, αντίθετα, προσπαθεί να συγκεράσει ασύμβατες μεταξύ τους προτάσεις σε μια φανερή προσπάθεια κατασκευής ενός συναινετικού ιδεολογήματος, όπως αυτό που χαρακτηρίζει την κυρίαρχη ιδεολογία του ΠΚΦ. Μολονότι ο Άλμπερτ δεν διστάζει να υποστηρίζει ότι το μοντέλο του ενσαρκώνει τις σοσιαλιστικές ηθικές αξίες και συγχρόνως να το χαρακτηρίζει «αναρχικό οικονομικό όραμα», αμεσοδημοκρατικό κ.λπ., στη πραγματικότητα, το Πάρεκον δεν ανήκει σε καμία ιστορική παράδοση της Αριστεράς και κατά τη γνώμη μας αποτελεί απλώς ένα, δήθεν πλουραλιστικό, υβρίδιο που προσπαθεί, όπως και το Φόρουμ, να ικανοποιήσει κάθε γούστο.

Έτσι, δεν μπορεί να καταταχτεί στην σοσιαλιστική παράδοση, παρά το ότι μιλά για συμβούλια εργαζόμενων, διότι αυτά δεν είναι η αποκλειστική πηγή δύναμης, όπως στα σοσιαλιστικά μοντέλα, αλλά απλώς μοιράζονται την εξουσία με τα συμβούλια καταναλωτών, χωρίς να είναι καν σαφή τα όρια της εξουσίας τους. Παρόμοια, η κομμουνιστική αρχή «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητες του στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του» προσπερνιέται (το Πάρεκον χαρακτηρίζει το πρόβλημα ως θέμα… συμπόνοιας) για χάρη της δήθεν «πιο προωθημένης» ηθικής αρχής ότι η αμοιβή γίνεται σύμφωνα με την προσπάθεια! Είναι παράλληλα ενδεικτικό ότι ο ίδιος δεν φαίνεται να γνωρίζει την έννοια της άμεσης δημοκρατίας ως πολιτεύματος και εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης αφού τόσο ο διαχωρισμός των πολιτών που κάνει το μοντέλο του σε καταναλωτές και παραγωγούς, όσο και το γεγονός ότι δεν γίνεται καμία διάκριση μεταξύ βασικών και μη βασικών αναγκών που θα καθορίζεται δημοκρατικά, όπως προτείνεται από την Περιεκτική Δημοκρατία (ΠΔ). Σχετικά με αυτά γράφει χαρακτηριστικά [Michael Albert and Chris Spannos, «Parecon Today» (27/4/2006)]:

«Η ανταμοιβή με βάση τις ανάγκες των ανθρώπων δεν είναι όμως ο κανόνας για το Πάρεκον αλλά η εξαίρεση, διότι αυτός ο τρόπος ανταμοιβής είναι οικονομικά δυσλειτουργικός και δεν έχει λογική. Δεν είναι δυνατό να λαμβάνουμε από το κοινωνικό προϊόν όλα όσα επιθυμούμε ― μπορεί να επιθυμούσαμε περισσότερα από αυτά που εμείς και οι άλλοι συνάνθρωποι μας θα ήθελαν να ξοδεύουν το χρόνο τους για να τα παράγουν. Οπότε, αυτά που έχουμε ανάγκη πρέπει να είναι λιγότερα από αυτά που ελπίζουμε ή επιθυμούμε. Αλλά πώς ξέρουμε πόσα λιγότερα αγαθά να επιδιώκουμε; Ποιο θα ήταν για μένα το κατάλληλο μερίδιο, το οποίο θα έπρεπε να διεκδικώ από το κοινωνικό προϊόν; Αυτό είναι το ποσό που αναλογεί στην προσπάθεια και στη θυσία μου σε σχέση με τις αντίστοιχες των υπόλοιπων ανθρώπων, εκτός αν πραγματικά έχω ειδικές ιατρικές ανάγκες. Αν υποθέσουμε ότι καθένας μας μπορεί να λαμβάνει από το συνολικό προϊόν οτιδήποτε θέλει, τότε δεν θα έχουμε κανένα τρόπο να γνωρίζουμε την αξία που έχουν για μας τα διαφορετικά προϊόντα, και επομένως να ξέρουμε ποιο ποσοστό από την προσπάθειά μας πρέπει να αφιερώσουμε για το καθένα απ’ αυτά, ποιο θα πρέπει να παραχθεί λιγότερο, διότι εκτιμάται λίγο, ποιο θα πρέπει να παραχθεί σε μεγαλύτερη αφθονία, διότι εκτιμάται ιδιαίτερα από την κοινωνία. Καταστρέφει τη δυνατότητα της λογικής διανομής των αγαθών.»

Έτσι, λοιπόν, παρακάμπτονται πλήρως οι διατυπωμένες και γνωστές στον Άλμπερτ προτάσεις της ΠΔ για την Οικονομική Δημοκρατία, στην οποία θα είναι εφικτή η αρχή «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητες του στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του», μέσω της σύνθεσης του δημοκρατικού, συνομοσπονδιακού σχεδιασμού για την κάλυψη των βασικών αναγκών και μιας τεχνητής αγοράς, βασισμένης σε ένα σύστημα προσωπικών πιστωτικών καρτών, για την κάλυψη των μη βασικών αναγκών ανάλογα με την επιπρόσθετη ατομική εργασία, που υπερβαίνει τις αποτυχημένες εφαρμογές του κεντρικού σχεδιασμού και της οικονομίας της αγοράς, σε μια κοινωνία χωρίς κράτος, χρήμα και αγορά. Ενώ δηλ. σε μια ΠΔ η αξία της αλληλεγγύης υλοποιείται άμεσα μέσα από τους θεσμούς κάλυψης των βασικών αναγκών όλων των πολιτών, στο Πάρεκον η υλοποίηση της αξίας της αλληλεγγύης αφήνεται στη καλή προαίρεση των συμβουλίων!

Για παράδειγμα, στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης του στη Βαβυλωνία για τη «Συμμετοχική Οικονομία», τεύχος 49, ο Άλμπερτ φαίνεται να αγνοεί εντελώς ότι σε πλαίσια ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής δεν είναι δυνατό να υπάρξει «ισότιμη» λήψη αποφάσεων οικονομικού χαρακτήρα όπως «οραματίζεται». Επιπλέον, στην ίδια συνέντευξη, ο Άλμπερτ ρίχνει στον καιάδα κάθε έννοια αλληλεγγύης στη διαχείριση των κοινοτικών πόρων, αφού εισάγει ως καθοριστικό κριτήριο για την κάλυψη βασικών και μη βασικών αναγκών μέσω της εργασίας με βάση την «ατομική προσπάθεια». Αποτελεί λοιπόν τουλάχιστον παράδοξο που κάποιοι αναρχικοί θεωρούν ότι το μοντέλο του Άλμπερτ ενσωματώνει χαρακτηριστικά αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης, τη στιγμή που βάζει από την πίσω πόρτα τον ατομικισμό σε ένα μοντέλο οικονομικής οργάνωσης.

Το ίδιο προσπερνιέται το κρίσιμο θέμα της στρατηγικής μετάβασης, ενώ υιοθετείται η ρεφορμιστική στρατηγική του Φόρουμ όσον αφορά την αντι-παγκοσμιοποίηση. Και, φυσικά, το Πάρεκον δεν ανήκει στην μαρξιστική παράδοση αφού μιλά για όραμα και δεν διαθέτει καμία ιστορική ανάλυση, ορίζει διαφορετικά τις τάξεις κ.λπ.

Αντίστοιχα, το Πάρεκον δεν μπορεί να καταταχτεί στην ελευθεριακή ή την αυτόνομη-δημοκρατική παράδοση, εφόσον τα κύρια συλλογικά όργανα αποφάσεων σε αυτό καθορίζονται καθαρά στο οικονομικό πεδίο. Έτσι, η έννοια του πολίτη απουσιάζει παντελώς και αντικαθίσταται από τις έννοιες του εργαζόμενου και του καταναλωτή—εισάγοντας έτσι και στην προτεινόμενη μετακαπιταλιστική κοινωνία τον αντίστοιχο οικονομικό δυϊσμό του σημερινού ανθρώπου που έχει καθιερώσει η καπιταλιστική και υιοθετώντας συγχρόνως τον σημερινό χωρισμό της κοινωνίας ανάμεσα σε οικονομική και πολιτική σφαίρα! Δεν είναι επομένως περίεργο ότι το μοντέλο καταλήγει τελικά σε μία διαστρέβλωση της έννοιας της άμεσης δημοκρατίας, που όμως επικαλείται. Είναι φανερό ότι ο Άλμπερτ (όπως άλλωστε και οι υποστηρικτές της κοινωνίας πολιτών, ο Χάμπερμας, ο Μπομπιο κ.λπ.), βλέπει την άμεση δημοκρατία όχι ως καθεστώς αλλά απλά ως μία διαδικασία που εύκολα μάλιστα αντικαθίσταται με το αντίθετό της, δηλαδή την αντιπροσώπευση, όποτε η άμεση δημοκρατία δεν είναι συμβατή με τις προδιαγραφές του Πάρεκον!

Άλλωστε, η ανυπαρξία του πολίτη στο μοντέλο αυτό οδηγεί τελικά περισσότερο σε συνελεύσεις «ενδιαφερόμενων» παρά αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις —ιδιαίτερα όταν είναι φανερό πως το Πάρεκον υιοθετεί μία «εργαλειακή» αντίληψη για την πολιτική, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι παίρνουν μέρος στη διαδικασία των αποφάσεων μόνο στο βαθμό που τους επηρεάζουν, δηλαδή όχι ως αυτοσκοπό αλλά ως ένα μέσο για κάποιον σκοπό. Η μετέπειτα απόπειρα με την «Συμμετοχική Πολιτική»/Participatory Politics/ParPol να εισαχθεί και μια πολιτική διάσταση στο σαφώς οικονομικίστικο μοντέλο Πάρεκον είναι εντελώς μπαλωματική, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Ούτε είναι βέβαια εκπληκτικό ότι το Πάρεκον συνεπάγεται μία ιδιαιτέρως γραφειοκρατική δομή, η οποία εύστοχα χαρακτηρίστηκε από τον ελευθεριακό ακαδημαϊκό John Crump ως «συμμετοχική γραφειοκρατία» στο έγκυρο θεωρητικό περιοδικό Anarchist Studies! [John CrumpMarkets Money and Social Change”, Anarchist Studies, 3(1) 1995)].

Β. Αντίθετα για παράδειγμα με τις Μαρξιστικές προτάσεις για μια σοσιαλιστική κοινωνία, το πρόταγμα της αυτονομίας του Καστοριάδη (το οποίο μάλιστα επικαλούνται συντελεστές του ΖΝΕΤ όπως ο Chris Spanos), ή αυτό της Περιεκτικής Δημοκρατίας, το Πάρεκον δεν είναι ολοκληρωμένο πολιτικό πρόταγμα με τη δική του ιστορική ανάλυση της σημερινής πραγματικότητας αλλά αποτελεί απλώς ένα στενό οικονομικό μοντέλο για μια εναλλακτική οικονομία. Ένα μοντέλο, μάλιστα, που (προφανώς για ν’ απολαύει και της εκτίμησης των ορθόδοξων οικονομολόγων) δεν διστάζει να χρησιμοποιεί τα θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία των ορθόδοξων οικονομικών. Πράγμα που εξηγεί γιατί το μοντέλο αυτό, παρά το γεγονός ότι έχει ήδη μια δεκαπενταετή ιστορία ανάπτυξης, αναφέρεται κυρίως στους οικονομικούς θεσμούς και γενικολογεί μέσω των υπολοίπων «αντι-αυταρχικών» θεωρητικών του για τους πολιτικούς, πολιτισμικούς και ευρύτερα κοινωνικούς θεσμούς, παίρνοντας έμμεσα θέση υπέρ της αντιπροσώπευσης, την οποία στηρίζουν τόσο ο Ζινν όσο και ο Τσόμσκι ως «αναγκαία κακά» αλλά και ο Άλμπερτ ο οποίος φτάνει στο σημείο να ισχυριστεί, με τη μορφή “ευφυολογήματος”, ότι ο ίδιος θα ήταν ένας ιδανικός Αμερικανός Πρόεδρος αν ο Θεός το επέτρεπε [βίντεο-συνέντευξη του εδώ (βλ. 1:15')].

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το Taking Up The Task, [“Claim 8: Seeking Reforms Without Succumbing to Reformism” (March 9, 2009)] από το οποίο μπορεί εύκολα να συναχθεί το συμπέρασμα πως ο Άλμπερτ υποστηρίζει ότι θα πρέπει πρώτα να κάνουμε ρεφορμισμό του συστήματος και μετά να χτίσουμε την κοινωνία που θέλουμε:

«Οι αλλαγές στους υφιστάμενους θεσμούς που δεν αντικαθιστούν πλήρως τους θεσμούς αυτούς, είναι αναμφισβήτητα μεταρρυθμίσεις, αλλά η προσπάθεια να κερδηθούν αυτές οι μεταρρυθμίσεις, δεν συνίσταται απαραίτητα στην ίδια τη μεταρρύθμιση. Αντίθετα, οι προσπάθειες να επιτευχθούν μεταρρυθμίσεις μπορεί να εκκινήσει μια διαδικασία να επιτευχθεί μια ολόκληρη νέα οικονομία.

Μπορούμε να εκμεταλλευτούμε τα αιτήματα, τη γλώσσα, την οργάνωση και τις μεθόδους, όλα σε συμφωνία όχι μόνο με την επίτευξη των επιθυμητών βραχυπρόθεσμων κερδών αλλά επίσης σε συμφωνία με την αυξανόμενη τάση και δυνατότητα των ανθρώπων να αναζητήσουν ακόμα περισσότερες νίκες στο μέλλον. Αντί να θεωρούν δεδομένη τη διατήρηση του συστήματος, οι μάχες γύρω από το εισόδημα, τις συνθήκες στους χώρους εργασίας, τη λήψη αποφάσεων, τον καταμερισμό, την εργασία, τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας και τις άλλες πλευρές της οικονομικής ζωής, πρέπει να μεγεθύνουν και να ενδυναμώνουν τις μελλοντικές επιθυμίες. Πρέπει να πετύχουμε αυτές τις μεταρρυθμίσεις τώρα, όχι μόνο για απολαύσουμε τα αντίστοιχα πλεονεκτήματα, αλλά για να ανοίξουμε το δρόμο να πετύχουμε περισσότερα κέρδη αργότερα. Αυτή είναι μια μη-ρεφορμιστική προσέγγιση για την επίτευξη μεταρρυθμίσεων.»

Βέβαια ο αρθρογράφος δεν αναφέρει ότι την ίδια ακριβώς τακτική υποστήριζαν και οι παλιοί σοσιαλδημοκράτες (Μπέρνσταϊν κ.α.) επισύροντας σωστά τη μήνιν των κομμουνιστών που όπως αποδείχθηκε είχαν απόλυτο δίκιο γιατί οι εργάτες που πλαισίωσαν τη σοσιαλδημοκρατία απλώς έγιναν τελικά ρεφορμιστές και οι σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί σήμερα έχουν προσχωρήσει σύσσωμοι στον σοσιαλφιλευθερισμό. Επίσης, άλλο σημείο που αποκαλύπτει τη ρεφορμιστική στρατηγική του Άλμπερτ είναι το απόσπασμα από ένα άρθρο στο οποίο γράφει καθαρά ουσιαστικά για αγώνα αλλαγής προς μια οικονομία Πάρεκον, με αλλαγές μέσα στο σύστημα [Michael Albert and Chris Spannos, «Parecon Today» (27 April 2006)]:

«Το Πάρεκον συνεπάγεται επί του παρόντος ότι πρέπει να θέτουμε αιτήματα για το εισόδημα που μας μετακινούν προς την κατεύθυνση της ισότητας καθώς και αιτήματα για την απόκτηση της εξουσίας που μας μετακινούν προς την κατεύθυνση της αυτοδιεύθυνσης. Σημαίνει την ανάγκη να επιτευχθούν αλλαγές που οδηγούν προς την κατεύθυνση των ισορροπημένων συμπλεγμάτων εργασίας. Σημαίνει τον αγώνα για προσαρμογές και περιορισμούς στις αγορές που να μας μετακινούν προς το συμμετοχικό σχεδιασμό. Φανερώνει το πόσο επιθυμητή είναι η εγκαθίδρυση συμβουλίων εργαζομένων και καταναλωτών, και επίσης εσωτερική άνθηση των κινημάτων μας όσον αφορά τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων, τους ρόλους και τους τρόπους αμοιβής. Συνιστά την αναδόμηση των θεσμών μας σύμφωνα με τους οικονομικούς μας στόχους, όσο μπορούμε εντός του υφιστάμενου δεσμευτικού πλαισίου, ώστε να μάθουμε περισσότερα γύρω από τη μελλοντικές εφαρμογές τους και, επίσης, για να εμπνεύσουμε και να ωφελήσουμε τους ανθρώπους σήμερα. Και παίζει μεγάλο ρόλο όχι μόνο σε σχέση με το για ποιους στόχους αγωνιζόμαστε – αιτήματα, καμπάνιες κλπ – αλλά ιδιαίτερα σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για τις προσπάθειές μας. Πρέπει να επιδιώκουμε να συζητούμε τα προτάγματα και τα αιτήματά μας με τρόπο τέτοιο ώστε να οδηγεί στην καλύτερη κατανόνηση και επιθυμία για δομές και αποτελέσματα συμβατά με το Πάρεκον.»

Στα παραπάνω μπορούν να προστεθούν και κάποια αποσπάσματα από το άρθρο του Μάικλ Άλμπερτ «Κρίνοντας την Οικονομική Πολιτική» στο τεύχος #55 της Βαβυλωνίας τα οποία παρουσιάζουν αρκετά προβληματικά σημεία. Σε αυτό αναφέρει:

«Αν οι τράπεζες και κάποια πλούσια πρόσωπα λάβουν γαργαντουικές κρατικές αποζημιώσεις ― οι οποίες παρεπιπτόντως είναι η συνηθισμένη διαδικασία σε κάθε περίπτωση σ’ όλες τις περιόδους - και αυτό αποτρέψει την κατάρρευση αλλά επίσης ενισχύσει τη διαπραγματευτική δύναμη εκείνων που είναι στον πάτο ενώ μειώνει τη διαπραγματευτική δύναμη των κεφαλαιοκρατών και των επαγγελματιών, πολύ καλά. Αν ήταν έτσι, το ότι αυτές οι αποζημιώσεις θα φαίνονταν αισχρές προς το παρόν θα είχε ελάχιστη σημασία σε σχέση με τις μακροχρόνιες συνέπειες τους. Παρόμοια, αν η παραχώρηση κεφαλαίων ή άλλων οφελών σ’ εκείνους που είναι οικονομικά φτωχοί και αδύναμοι μείωνε μακροχρόνια τη διαπραγματευτική τους δύναμη τότε όχι αυτό δε θα ήταν καλό παρότι θα φαινόταν καλό σε μια πρώτη ματιά (…)

(…) Έτσι, ουσιαστικά, σκεπτόμενοι ποιες προτεινόμενες οικονομικές λύσεις να υποστηρίξουμε ή να προωθήσουμε ή να πολεμήσουμε αυτήν τη χρονική στιγμή ή οποιαδήποτε άλλη στιγμή, ας δούμε πρώτα τις συνέπειες που έχουν στην ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των αντιμαχόμενων μερών (…) Η οικονομία θα επανέλθει σ’ αυτό που οι βραχμάνοι – αυθεντίες αποκαλούν «ισορροπία» ή «κανονικούς ρυθμούς της αγοράς». Αυτό που έχει σημασία σ’ αυτό το ταξίδι είναι οι μετατοπίσεις στη διαπραγματευτική δύναμη. Και ο λόγος που αυτές οι μετατοπίσεις έχουν αξία είναι ότι ακόμη και όταν η οικονομία είναι στα καλά της και λειτουργεί κανονικά, παραμένει μια χυδαία αλλά αποτελεσματική μηχανή που χαρίζει κέρδη στους ισχυρούς, ενώ καταστρέφει τις ελπίδες, τα όνειρα, την αξιοπρέπεια και τις δυνατότητες των ασθενέστερων. Η αύξηση της διαπραγματευτικής δύναμης των τελευταίων μειώνει την αδικία και ίσως να αποτελέσει την αφετηρία για ένα καινούργιο ξεκίνημα, για ένα νέο σύστημα που πράγματι θα έχει ισορροπία.»

Στο παραπάνω χωρίο γίνεται επίσης ξεκάθαρο ότι η στρατηγική προς το νέο σύστημα Πάρεκον περνάει μέσα από σταδιακή κατάκτηση δικαιωμάτων για τους αδύναμους και αύξησης της διαπραγματευτικής τους δύναμης. Ωστόσο ποτέ ιστορικά, ακόμα και κατά την περίοδο της κρατικιστικής νεωτερικότητας, δεν ήταν κάποια «αύξηση της διαπραγματευτικής δύναμης» αυτή που ώθησε σε αγώνες για την ανατροπή του συστήματος. Οι αγώνες αυτοί δεν έγιναν ποτέ από ανθρώπους ικανοποιημένους από το υπάρχον σύστημα που απλά επιδίωκαν καλύτερες διαπραγματευτικές συνθήκες, αλλά από ανθρώπους που ήταν περιθωριοποιημένοι από αυτό και οραματίζονταν ένα εντελώς διαφορετικό που θα αμφισβητούσε τις μέχρι τότε εξουσιαστικές δομές. Ταυτόχρονα, σε συνέχεια με τα παραπάνω, είναι σαφές ότι υιοθετείται ως βασική στρατηγική οι «διεκδικητικές» πολιτικές που προωθούν τα κόμματα της ρεφορμιστικής Αριστεράς, που στην ουσία δεν θίγουν ποτέ το ίδιο το σύστημα αλλά τη «διαχείριση» του. Η υιοθέτηση όμως τέτοιων στρατηγικών μόνο καταστροφικές θα μπορούσαν να είναι για ένα αντισυστημικό κίνημα που χρειάζεται όσο ποτέ άλλοτε για τη μετάβαση σε μια εναλλακτική κοινωνία.

Επίσης στην ίδια συνέντευξη:

«(…) ποια είναι η συνέπεια των δύο αντίθετων προτάσεων για κρατικές δαπάνες ―στρατιωτικές και κοινωνικές― όσον αφορά το συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των αντίπαλων τάξεων (…) Με τις στρατιωτικές δαπάνες σίγουρα συνεχίζουν να βγαίνουν κέρδη και η οικονομία κινείται ενώ παρέχονται και κάποια επιπρόσθετα μέσα για να προστατευθούν αυτά τα κέρδη σε περίπτωση που κάποιος τα διεκδικήσει, αλλά ξεκάθαρα δεν κάνει τίποτα για να αυξήσει τη δύναμη αυτών που βρίσκονται στον πάτο. Αντίθετα με τις κοινωνικές δαπάνες θα συνεχίσουν, βέβαια, να βγαίνουν κέρδη και η οικονομία να κινείται, όμως όχι μόνο δε θα παραχθούν επιπρόσθετα μέσα για να προστατευθούν τα κέρδη, αλλά και θα βελτιώσει τις συνθήκες των εργαζόμενων ανθρώπων. Οι κοινωνικές δαπάνες θα τους προασπίσουν από την απειλή της ανεργίας. Θα εμπλουτίσουν την παιδεία τους και θα ενισχύσουν την αυτοπεποίθηση τους. Θα βελτιώσουν την υγεία τους και θα τους ισχυροποιήσουν. Με λίγα λόγια θα μπορούσε εύκολα να μετατοπίσει κάπως την ισορροπία δυνάμεων προς όφελος των ασθενέστερων και έτσι να προκαλέσει μια πιο μακροπρόθεσμη μεταφορά πλούτου και δύναμης προς τα κάτω.»

Με άλλα λόγια δεν απορρίπτονται ούτε οι αγώνες για κρατικές κοινωνικές δαπάνες, δηλαδή δεν απορρίπτεται η χρησιμοποίηση των παροχών του κράτους ως δούρειο ίππο προς το νέο σύστημα. Πώς όμως οι ωφελούμενοι από το κράτος θα στραφούν εναντίον του ως δια μαγείας είναι κάτι που προκαλεί ερωτηματικά που έχουν σε μεγάλο βαθμό ιστορικά απαντηθεί, όπως είδαμε παραπάνω, από την ολοκληρωτική ενσωμάτωση στο σύστημα όσων πρόταξαν τις αλλαγές εντός του συστήματος ως κριτήριο για τη «συστημική» αλλαγή.

Εύλογα λοιπόν θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι είναι εσκεμμένη η ασάφεια του Άλμπερτ πάνω στα κρίσιμα θέματα που ιστορικά διαίρεσαν την Αριστερά, όπως το θέμα του Κράτους και το θέμα της μορφής που θα πάρει η κοινωνική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής στην μελλοντική κοινωνία για την οποία υιοθετεί έναν έκδηλο αγνωστικισμό.

Είναι φανερό ότι η φιλοδοξία του Άλμπερτ είναι να δημιουργήσει μια συναίνεση γύρω από το μοντέλο του που θα συνένωνε από τους οπαδούς του κρατικιστικού σοσιαλισμού μέχρι αναρχικούς και υποστηρικτές των νέων κοινωνικών κινημάτων (Πράσινοι, φεμινίστριες) κ.ο.κ. Και η προσπάθεια φαίνεται να έχει ανταπόκριση τουλάχιστον στο μεταμοντέρνο τμήμα της αντισυστημικής Αριστεράς όπου αναρχικοί (όπως το Αμερικανικό Ινστιτούτο Αναρχικών Σπουδών), και μετα-μαρξιστές στρέφονται σε μεταμοντέρνες ιδεολογικές σούπες, σαν αυτή που εκφράζει το Πάρεκον! Στα καθ’ ημάς η έλλειψη κριτικής και η προώθηση του Πάρεκον από την Αντιεξουσιαστική Κίνηση κατά την άποψη μας όχι μόνο δεν προσφέρει στην ενδυνάμωση του αντισυστημικού αγώνα για μια ελευθεριακή κοινωνία, αλλά αντίθετα αποδυναμώνει και αποπροσανατολίζει κάθε αντισυστημική τάση στον ευρύτερο αναρχικό χώρο, ωθώντας την στο τέλμα των ρεφορμιστικών πολιτικών σήμερα και αύριο σε συνεργασίες με κόμματα τυπου ΣΥΡΙΖΑ!

Γ. Tο Πάρεκον δεν στηρίζεται σε μια γενικότερη πολιτική, ιστορική και φιλοσοφική ανάλυση που θα το δικαίωνε αλλά απλώς στην απόρριψη κάποιων αρχών του σημερινού συστήματος και σε ορισμένες ηθικές αξίες που συνήγαγε ο συγγραφέας από την αγωνιστική πρακτική. Με άλλα λόγια, η ανάγκη για μια μετακαπιταλιστική κοινωνία δεν δικαιώνεται με βάση κάποια ανάλυση της διαλεκτικής της Ιστορίας (όπως κάνει ο διαλεκτικός υλισμός), ή της διαλεκτικής της Φύσης (όπως κάνει ο διαλεκτικός νατουραλισμός της Κοινωνικής Οικολογίας), ούτε καν με βάση την αξιωματική επιλογή μεταξύ της παράδοσης της αυτονομίας και της ετερονομίας (όπως κάνει το πρόταγμα της αυτονομίας και, με κάποιες σημαντικές παρεκκλίσεις, το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας).

Τέλος ένα ακόμα σημείο που δείχνει ότι ο Άλμπερτ αγνοεί τα συστημικά αίτια της κοινωνικής ανισότητας και την χρεώνει μόνο στη βούληση της ελίτ, με αποτέλεσμα να υπονοείται έτσι ότι μια συνολική αλλαγή στην πολιτική των ελίτ ακόμα και εντός του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου είναι δυνατό να έχει αποτέλεσμα για τους αδύναμους, είναι το παρακάτω:

«(…) οι θετικές συνέπειες των κοινωνικών δαπανών για τη ζωή και τη δικαιοσύνη είναι μισητές και απορριπτέες από κείνους που επιθυμούν να διατηρήσουν την ήδη τόσο υπερδιογκωμένη εξουσία και θέση τους. Δεν είναι μ’ άλλα λόγια ότι αγαπούν τα τανκς και τα βομβαρδιστικά. Είναι ότι απεχθάνονται τις υπηρεσίες περίθαλψης και εκπαίδευσης για τους πιο εξαθλιωμένους (…) Τα γενικότερα κριτήρια αυτών που είναι στην κορυφή για το ποια πολιτική είναι καλή ή κακή δεν αλλάζουν. Δεν πολεμούν ταξικά τους φτωχούς κάποιες φορές ―το κάνουν όλο τον καιρό― και δεν το κάνουν επειδή είναι προσωπικά σαδιστές αλλά επειδή θέλουν να προστατεύσουν και να υπερασπιστούν τον εαυτό τους (…)»

Είναι γενικότερα εμφανές ότι ο Άλμπερτ στην πραγματικότητα υιοθετεί σε πολιτικό και θεωρητικό επίπεδο μια «μανιχαϊστικού» επιπέδου πολιτική και οικονομική ανάλυση, εστιάζοντας στις “εσφαλμένες” πρακτικές των ελίτ, όπως κατ' αναλογία κάνουν οι Τσόμσκι και Ζιν, που οδηγεί εύκολα σε ρεφορμιστικές, μη συστημικές ερμηνείες. Έτσι, ενώ όπως είδαμε παραπάνω θεωρεί δογματικότατα οτιδήποτε έξω από τους θεσμούς του Πάρεκον μη βιώσιμο δεν διστάζει σε κείμενα όπως το άρθρο του «Διάλογος και Δογματισμός» να παραστήσει τον αντιδογματικό γράφοντας χαρακτηριστικά :

«Ένα ανήσυχο πνεύμα προσπαθεί να προσεγγίσει την πραγματικότητα, ασκώντας συνεχώς κριτική στις θέσεις που πιστεύει. Και διαρκώς προσπαθείς να προωθήσεις τα πράγματα μπροστά. Να βρεις τα σφάλματα και να τα διορθώσεις. Αυτή πρέπει να είναι η προσέγγισή μας. Το σφάλμα που κάνουν συχνά οι πολιτικοί είναι να μετατρέπουν μια συγκεκριμένη ιδεολογική τοποθέτηση σε θρησκεία. Και αυτού του είδους ο δογματισμός δεν είναι τόσο διαφορετικός από τον εθνικο-θρησκευτικό δογματισμό.»

Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί το ParPol ως ένα μοντέλο «Συμμετοχικής Πολιτικής» σαν μια καθυστερημένη προσπάθεια των υποστηρικτών του Πάρεκον [βλ. Stephen R. Shalom, «ParPolity: Political Vision for a Good Society», Z Magazine/Znet (Νοέμβριος 2005).] να περιγράψουν τους πολιτικούς θεσμούς, που είναι συμβατοί με τους οικονομικούς θεσμούς του οράματος, (δηλ. Τα Συμμετοχικά Οικονομικά). Στο ParPol εισήγαγαν μεν την έννοια του πολίτη, αλλά μόνο ως έννοια συμπληρωματική προς αυτήν των εργατών και των καταναλωτών, οι οποίοι παίρνουν τις σημαντικές οικονομικές αποφάσεις. Σε αυτό το ύστερο σχήμα, τα συμβούλια καταναλωτών, τώρα με το όνομα «λαϊκά συμβούλια» ή απλώς «συμβούλια», έχουν την ευθύνη για την λήψη των πολιτικών αποφάσεων. Έτσι, οι καταναλωτές, ως πολίτες αυτή τη φορά, παίρνουν τις πολιτικές αποφάσεις, σε αντιδιαστολή προς τις καθαρά οικονομικές αποφάσεις για την κατανομή των οικονομικών πόρων, τις οποίες παίρνουν τα μέλη των εργατικών συμβουλίων. Με άλλα λόγια, ο οικονομικός δυϊσμός του σημερινού ανθρώπου, τον οποίον έχει καθιερώσει η καπιταλιστική κοινωνία, ζει και βασιλεύει και στην μετακαπιταλιστική κοινωνία των «αντιεξουσιαστών» τύπου Αλμπερτ, καθώς και της ηλεκτρονικής αυτοκρατορίας του (Znet) παρά τις ύστερες προσπάθειες για εξαφάνισή του.

Επομένως το προτεινόμενο σύστημα συμμετοχικής πολιτικής όχι μόνο καταλήγει να καθιερώνει ένα είδος «γραφειοκρατικής δημοκρατίας» αλλά, επίσης, και ένα άκρως ιεραρχικό είδος «δημοκρατίας». Αυτό είναι αναπόφευκτη συνέπεια της προβλεπόμενης ρύθμισης στο σύστημα αυτό, ότι οι «εκπρόσωποι» στα συμβούλια «θα είναι επιφορτισμένοι με το να προσπαθούν να απηχούν τις πραγματικές απόψεις του συμβουλίου από το οποίο προήλθαν (δηλαδή δεν θα τους ανατίθεται απλή «εντολή», όπως στην ΠΔ) ― πράγμα που σημαίνει ότι τα συμβούλια σε κάθε επίπεδο θα είναι διαβουλευτικά σώματα. Δεν είναι λοιπόν δύσκολο να φανταστούμε ότι τα μέλη των συμβουλίων στα ανώτερα κλιμάκια θα συγκεντρώνουν περισσότερη δύναμη απ’ ότι τα μέλη των συμβουλίων στα κατώτερα κλιμάκια, με αποκορύφωση το συμβούλιο ανωτάτου επιπέδου, το οποίο στην ουσία θα παίζει το ρόλο ενός είδους Κεντρικής Επιτροπής ως προς τη νομοθεσία!

Η απώτερη αιτία αυτού του υψηλού βαθμού συγκέντρωσης δύναμης οφείλεται, φυσικά, στο γεγονός ότι το Πάρεκον βασίζεται σε μια συγκεντρωτική οικονομία και κοινωνία, σε αντίθεση με την ριζικά αποκεντρωμένη οικονομία και κοινωνία την οποία προβλέπει το πρόταγμα της ΠΔ. Από την άλλη μεριά, σε μια πραγματική δημοκρατία, όπως αυτή που προτείνεται από το πρόταγμα της ΠΔ, όλες οι σημαντικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αποφάσεις λαμβάνονται άμεσα από τους πολίτες σε δημοτικές συνελεύσεις, που είναι τα ανώτατα σώματα για τη χάραξη πολιτικής. Οποτεδήποτε, δηλαδή, πρέπει να λαμβάνονται αποφάσεις σε ανώτερο επίπεδο (περιφερειακό, συνομοσπονδιακό), οι συνελεύσεις των ανακλητών απεσταλμένων με συγκεκριμένη εντολή, απλώς, συντονίζουν τις πρωτοβάθμιες αποφάσεις που λαμβάνονται τοπικά, τις οποίες διαχειρίζονται και υλοποιούν στο περιφερειακό ή στο συνομοσπονδιακό επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι οι περιφερειακές και συνομοσπονδιακές συνελεύσεις είναι μόνο διαχειριστικά συμβούλια και όχι σώματα χάραξης πολιτικής, όπως είναι όλα τα αντιπροσωπευτικά σώματα.

Είναι λοιπόν φανερό ότι μια σοβαρή πρόταση για τη μορφή της μελλοντικής μετακαπιταλιστικής κοινωνίας δεν μπορεί βέβαια να είναι απλώς αντικείμενο σχεδιασμού επί Χάρτου, με βάση τα οράματα κάποιων διανοούμενων και τις ηθικές αξίες που συνάγουν από την αγωνιστική πρακτική. Μια παρόμοια πρόταση, για να είναι αξιόπιστη, πρέπει να αποτελεί ένα ολοκληρωμένο πολιτικό πρόταγμα που, εντεταγμένο σε μια από τις ιστορικές παραδόσεις της Αριστεράς και ερμηνεύοντας την σημερινή κοινωνία και τις τάσεις μέσα σε αυτήν, συνάγει τις απορρέουσες αρχές οργάνωσης της μελλοντικής κοινωνίας. Από τη σκοπιά αυτή, η αντισυστημική ελευθεριακή Αριστερά δεν χρειάζεται δήθεν πλουραλιστικά οράματα που συμβάλλουν στην σημερινή μεταμοντέρνα ιδεολογική σούπα, μολονότι παρόμοια οράματα θα ήταν ίσως χρήσιμα στο ΠΚΦ ως ιδεολογικά μοντέλα για τον «άλλο κόσμο που είναι εφικτός»…

3. Νόαμ Τσόμσκι και Χάουαντ Ζινν: Αναρχικοί ή «ελευθεριακοί φιλελεύθεροι»;

Η ιδεολογική πλατφόρμα του φετινού BFEST φαίνεται να αποσκοπεί στην αναπαραγωγή και μεταφύτευση σε ελληνικό έδαφος των ρεφορμιστικών αυτών ρευμάτων που σχετίζονται με το Πάρεκον (που δυστυχώς είναι ηγεμονικά στο εξωτερικό) και στην συνακόλουθη αναγόρευση της ΑΚ σε «εκπρόσωπο» στην Ελλάδα αυτής της διεθνούς «ελίτ» των κινημάτων. Η ”ελίτ” αυτή ελάχιστη σχέση έχει με γνήσια αντί-συστημικά και αντιεξουσιαστικά προτάγματα που έλκουν την καταγωγή τους από την ιστορική παράδοση της αυτονομίας, αφού υιοθετεί την μέθοδο των τμηματικών μεταρρυθμίσεων ως μέσον προώθησης της κοινωνικής αλλαγής και υποδεικνύει την παγκόσμια «κοινωνία των πολιτών» ως το προνομιακό πεδίο δράσης της. Η πολιτική στρατηγική της δεν είναι μεν ενιαία, αλλά στο σύνολο της δεν αμφισβητεί τους υφιστάμενους συστημικούς και ιεραρχικούς θεσμούς μέσω των οποίων αναπαράγεται η συγκέντρωση δύναμης σε όλα τα επίπεδα. Ξεχνώντας ότι η πεμπτουσία της αναρχικής πολιτικής θεωρίας είναι η απόρριψη κάθε έννοιας αντιπροσώπευσης, η κατάργηση του Κράτους και η επανενσωμάτωση της πολιτείας στην κοινωνία υπό την μορφή της δημιουργίας συλλογικών θεσμών άμεσης δημοκρατίας, τα «επίλεκτα» θεωρητικά στελέχη του ΖΝΕΤ αποφεύγουν να θίξουν στα γραπτά τους το ζήτημα της κατάλυσης των εξουσιαστικών πολιτικών θεσμών και της αντικατάστασης τους από ένα απελευθερωτικό θεσμικό πλαίσιο που βασίζεται σε υπάρχουσες τάσεις της κοινωνίας και θα εγγυάται την ισοκατανομή της πολιτικής δύναμης ανάμεσα στους πολίτες, επιτρέποντας τους να κάνουν πράξη το ιδανικό της αυτοκυβέρνησης.

Έτσι, ο Τσόμσκι εφιστά την προσοχή στις κοινωνικές ανισότητες που «διαστρεβλώνουν» το, κατά τα άλλα, «φιλελεύθερο» περιεχόμενο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας περιορίζοντας τη δυνατότητα πρόσβασης των οικονομικά ασθενέστερων τάξεων στην εκλογική διαδικασία. Η Ινδή ακτιβίστρια Βαντάνα Σίβα, έτερο μέλος του δικτύου ΖΝΕΤ, συνιστά την προσφυγή στις ανορθολογικές αρχές της βεδικής πνευματικής “φιλοσοφίας” ως μέσον για την δημιουργία μιας εναλλακτικής οικολογικής συνείδησης (R. Prime & V. Shiva, Vedic Ecology (Mandala Publishing) ενώ ο «αναρχικός» Ζιν, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν έχει πρόβλημα να προσφέρει «για ένα λεπτό» τη στήριξη του στο σύστημα προσερχόμενος κανονικά στις κάλπες για να ψηφίσει τον έναν ή τον άλλο επαγγελματία πολιτικό, για να επιστρέψει ύστερα με ήσυχη συνείδηση στο πεζοδρόμιο στο πλευρό των αγώνων που διεξάγουν τα κοινωνικά κινήματα! Τέλος, ο Βρετανός συγγραφέας Τζορτζ Μονμπιό, εξέχον μέλος του ΠΚΦ του οποίου τα άρθρα αναδημοσιεύει τακτικά η Βαβυλωνία, όχι μόνο δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στους υπέρμαχους ενός επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας στη βάση αμεσοδημοκρατικών μορφών διακυβέρνησης, αλλά είναι ο άνθρωπος που εδώ και χρόνια εκστρατεύει στο εξωτερικό προπαγανδίζοντας την αναγκαιότητα ίδρυσης ενός παγκόσμιου κοινοβουλίου, υποστηρίζοντας ότι η αναπαραγωγή των κοινοβουλευτικών ολιγαρχικών δομών σε παγκόσμιο επίπεδο είναι ο μοναδικός τρόπος για να αποκατασταθεί ένα είδος «λαϊκής κυριαρχίας» μέσα σε έναν «παγκοσμιοποιημένο» κόσμο [George Monbiot, «The best way to give the poor a real voice is through a world parliament: Global governance as it stands is tyranny speaking the language of democracy. We need a directly elected assembly», The Guardian (24 April 2007)].

Όλες οι παραπάνω ετερόκλητες προτάσεις έχουν ως κοινή συνισταμένη: α) μια μεταμαρξιστική θεώρηση της παγκοσμιοποίησης ως ένα κατά βάση προοδευτικό φαινόμενο του οποίου τις θετικές πλευρές οφείλουμε να αξιοποιήσουμε και β) μια πολιτική προσέγγιση που στοχεύει στη βελτίωση και «εμβάθυνση» του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου και συνακόλουθα στην έμμεση αποδοχή της κυριαρχίας του.

Ας καταπιαστούμε όμως πιο διεξοδικά με τις απόψεις των πιο γνωστών στη χώρα μας «επισήμως» αυτοαποκαλούμενων «αναρχικών», Νόαμ Τσόμσκι και Χάουαρντ Ζιν που αποτελούν τα ισχυρά χαρτιά της εκδήλωσης Β-Fest και του «αναρχισμού» στην Αμερική, σε μια «ασυνήθιστα ελεύθερη χώρα», όπως έχει δηλώσει εδώ και πολύ καιρό ο Τσόμσκι. Κανείς δεν αμφισβητεί, παρά το αμφιλεγόμενο συμπέρασμα του Τσόμσκι, ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο θεατρικός συγγραφέας και ακτιβιστής Χάουαντ Ζινν, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στο να αποκαλύπτουν το ρόλο της αμερικάνικης ελίτ, των πρακτικών του κατεστημένου και της ανάλογης ιδεολογίας που είναι πανταχού κυρίαρχη στις ΗΠΑ βλ. π.χ. τη γενικευμένη πνευματική καταπίεση που έχει ενταθεί μετά την 11η Σεπτέμβρη και ειδικότερα το βιβλίο «Academic Repression» ) μολονότι η ανάλυση τους δεν μπαίνει ποτέ σε βάθος ν’ αναλύσει τα συστημικά αίτια των πράξεων των εκπροσώπων του κατεστημένου, αλλά παραμένει στην επιφάνεια της καταγγελίας των «κακών» νεοσυντηρητικών κ.λπ.

Και βέβαια, όπως θα δούμε, απέχει πολύ από το να θεωρούνται ως αναρχικές ιδέες και θεωρίες που πολύ περισσότερο ταιριάζουν με τα φιλελεύθερα δόγματα περί ανάγκης «δικαιοσύνης» και «δικαιωμάτων», τα οποία προϋποθέτουν την ύπαρξη συστήματος και συναφών εξουσιαστικών θεσμών όπως του κράτους, και που ελάχιστη σχέση έχουν με το αντιεξουσιαστικό/αναρχικό κίνημα το οποίο ιστορικά πάντα είχε ως πρόταγμα την κατάλυση κυριαρχίας ανθρώπου από άνθρωπο και της συγκέντρωσης εξουσίας σε όλο το κοινωνικό εύρος. Συγκεκριμένα, το ελευθεριακό πρόταγμα δεν μιλά με βάση τους φιλελεύθερους όρους για δικαιοσύνη και δικαιώματα αλλά με βάση τον ελευθεριακό όρο για αυτονομία, συλλογική και ατομική, όπως είναι η πραγματική της έννοια. Επίσης, είναι τουλάχιστον προκλητικό να αποκαλούνται αναρχικές καθαρά ρεφορμιστικές και συχνά σχεδόν συνωμοσιολογικές και «προσωποκεντρικές» αναλύσεις για τη σημερινή Τάξη Πραγμάτων που έχει επιβάλει το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και το οποίο βέβαια αναπαράγουν οι ελίτ προς όφελος τους. Προσεγγίσεις που δεν θέτουν ζήτημα συνολικής αμφισβήτησης του συστήματος και του κράτους και των συνακόλουθων ιεραρχικών θεσμών, αλλά εστιάζουν σε συμπτώματα τους και μάλιστα νομιμοποιούν έμμεσα τη λειτουργία τους με τις... προτροπές τους, δεν μπορούν να θεωρούνται αναρχικές από τη σκοπιά της αυτονομίας.

4. Νόαμ Τσόμσκι: Ο «κορπορατιστικός καπιταλισμός» και η έλλειψη ανταγωνισμού το πρόβλημα, ο Μπους και οι «ασυνείδητοι» ιδιώτες.

A. O ανιστόρητος καπιταλισμός του Τσόμσκι

Στο άρθρο του «Το Σύστημα Αντι-Αγοράς» που δημοσιεύτηκε στο τεύχος #49 της Βαβυλωνίας, ο Τσόμσκι φαίνεται να αγνοεί πλήρως τη λειτουργία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και της σωρευτικής δυναμικής του από τότε που εγκαταστάθηκε μέχρι σήμερα και η οποία ανακόπηκε κατά τη μικρή περίοδο της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης λόγω της κοινωνικής πάλης που αναπτύχθηκε στις αρχές και τα μέσα του 20ού αιώνα καθώς και της οικονομικής κρίσης του Μεσοπολέμου που οδήγησαν αναγκαστικά τους καπιταλιστές στην υιοθέτηση των κεϊνσιανών πολιτικών. Είναι ενδεικτικό μάλιστα πως, πιστός στην «προσωποποίηση» των συμπτωμάτων του συστήματος, στην ανάλυση του παίρνει ως δεδομένο έναν εσκεμμένο «σχεδιασμό» των ελίτ στη διεθνή οικονομία που απαιτεί από τους φτωχούς «να πειθαρχήσουν», αγνοώντας τελείως ότι σε ένα σύστημα της οικονομίας της αγοράς, οι βασικές αποφάσεις για τι, για ποιον και πώς θα παραχθεί παίρνονται μέσω των τιμών και του αυτορυθμιζόμενου χαρακτήρα τους και ότι οι ίδιες οι οικονομικές ελίτ έμμεσα κυρίως συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων και συνεπώς η περιθωριοποίηση μεγάλων ομάδων πληθυσμού και η ανισοκατανομή οικονομικής δύναμης γίνεται κατά κύριο λόγο «ντε φάκτο».

Στο παρακάτω χωρίο γίνεται φανερό ότι ο Τσόμσκι υιοθετεί πλήρως τη σχεδόν συνωμοσιολογική μυθολογία για τον «κορπορατιστικό/βιομηχανικό καπιταλισμό» που κατ' αυτόν επιδρά αρνητικά στον ανταγωνισμό, θεωρώντας πως αυτός ο «τύπος» καπιταλισμού ήταν δήθεν ο λόγος της διαίρεσης του κόσμου σε φτωχές και πλούσιες κοινωνίες και όχι ο ίδιος ο καπιταλισμός και η δυναμική της οικονομίας της αγοράς για την οποία ο ανταγωνισμός ήταν βέβαια ανέκαθεν η κινητήριος δύναμη, επιβεβαιώνοντας την ξεκάθαρα ρεφορμιστική οπτική του:

«Οι σχεδιαστές της διεθνούς οικονομίας απαιτούν από τους φτωχούς να πειθαρχήσουν στους νόμους της αγοράς, αλλά οι ίδιοι φροντίζουν να προστατεύονται από τις τυχόν ολέθριες συνέπειές της. Μια χρήσιμη συμφωνία που μας πάει πίσω στις απαρχές του σύγχρονου βιομηχανικού καπιταλισμού και η οποία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαίρεση του κόσμου σε φτωχές και πλούσιες κοινωνίες, σε Πρώτο και Τρίτο κόσμο.

Αυτό το θαυμάσιο σύστημα αντι-αγοράς, το οποίο σχεδιάστηκε από τους αυτοαποκαλούμενους «οπαδούς της ελεύθερης αγοράς», εφαρμόζεται τώρα στις ΗΠΑ, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η μεγάλη κρίση στις οικονομικές αγορές. Γενικά, οι αγορές έχουν κάποια γνωστά ελαττώματα. Ένα απ’ αυτά είναι ότι οι συναλλαγές δεν λαμβάνουν υπόψη τις συνέπειες που έχουν σε αυτούς που δεν συμμετέχουν στη συναλλαγή.»

Ως επιβεβαίωση των ενδείξεων για τη ρεφορμιστική προσέγγιση του, στο φύλλο #46 της Βαβυλωνίας στο άρθρο με τίτλο «ΗΠΑ: Ηνωμένες Πολιτείες Ανασφάλειας» διαβάζουμε:

«Υπάρχει ένα παθολογικό ρεύμα που ονομάζεται φιλελευθερισμός, το οποίο θέλει να οδηγήσει στην εξάλειψη του δημόσιου σχολικού συστήματος και να σας μετατρέψει σε παθολογικά τέρατα, να νοιάζεστε μόνο για τους εαυτούς τους. Και αυτό είναι ένα δείγμα υποβάθμισης της δημοκρατίας και υποβάθμισης της δημοκρατικής συμπεριφοράς»

Ωστόσο το θεμελιακό πρόβλημα της πολυδιάστατης κρίσης σήμερα δεν εστιάζεται στην επικράτηση του φιλελευθερισμού ως μια «κακή πολιτική», μια σοφιστεία που υποστηρίζει η ρεφορμιστική Αριστερά παγκοσμίως και που υπονοεί ότι η αλλαγή αυτής της πολιτικής είναι δυνατή μέσα στο σύστημα και μπορεί να δώσει τη λύση. Αυτή η βαθιά προβληματική άποψη υιοθετείται με παραλλαγές και από άλλα μέλη του δικτύου ZNET και υποστηρίζεται ότι για τη χειροτέρευση των συνθηκών ζωής τα τελευταία 30 χρόνια ευθύνεται απλά η υιοθέτηση των απόψεων του Μίλτον Φρίντμαν και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που οδήγησαν στην άνθιση του κορπορατιστικού καπιταλισμού.

Μια τέτοια προσέγγιση όμως αγνοεί τα θεμελιώδη αίτια της ανόδου της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, που έγκεινται σε δομικές αλλαγές μέσα στη δυναμική του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, οι οποίες κατέστησαν ασύμβατο τον μέχρι τα τέλη του '70 σοσιαλδημοκρατικό κρατισμό με την άνοδο και την επέκταση των πολυεθνικών, της αγοράς ευρωδολαρίου και άλλων αντικειμενικών τάσεων και έτσι «αθωώνει» το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς του οποίου το θεσμικό πλαίσιο οδηγεί τις ελίτ σε δεσμευτικές επιλογές και υιοθέτηση συγκεκριμένων πολιτικών.

B. O Τσόμσκι και η φιλελεύθερη «δημοκρατία»

Από την άλλη, σε πολιτικό επίπεδο, προξενεί αλγεινή εντύπωση πως στο ίδιο χωρίο ο Τσόμσκι υπονοεί ότι το πολιτικό σύστημα που ψευδεπίγραφα ονομάζεται «δημοκρατία» από τις ελίτ είναι όντως δημοκρατία και ότι ο (νεο)φιλελευθερισμός ευθύνεται για την υποβάθμισης της.

Το γεγονός μάλιστα ότι ο Τσόμσκι, εκτός της αστοιχείωτης ανάλυσης του για το Bretton Woods, το οποίο δεν θεσπίστηκε βέβαια δήθεν για «να δημιουργήσει χώρο για κυβερνητική δράση» όπως γράφει, αλλά για να σώσει τους καπιταλιστές από σχεδόν βέβαιη κατάρρευση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς αν μεταπολεμικά συνεχιζόταν η βαθιά κρίση του Μεσοπολέμου , παίρνει ως δεδομένο το σημερινό φιλελεύθερο ολιγαρχικό σύστημα ως μορφή «δημοκρατίας» διαφαίνεται και από τα επόμενα χωρία του στο άρθρο «Το Σύστημα Αντι-Αγοράς» :

«Ο οικονομικός φιλελευθερισμός έχει συνέπειες πολύ πέρα από την οικονομία. Από καιρό έχει γίνει κατανοητό ότι είναι ένα ισχυρό όπλο ενάντια στη δημοκρατία.»

«Η μεγάλη οικονομική κρίση και ο πόλεμος είχαν ξυπνήσει ισχυρά ριζοσπαστικά, δημοκρατικά ρεύματα πολλών μορφών, από την αντιφασιστική αντίσταση μέχρι την οργάνωση της εργατικής τάξης. Αυτές οι πιέσεις κατέστησαν απαραίτητη την υιοθέτηση κοινωνικών δημοκρατικών πολιτικών. Το σύστημα του Bretton Woods σχεδιάστηκε εν μέρει για να δημιουργήσει χώρο για την κυβερνητική δράση που ανταποκρινόταν στη λαϊκή θέληση. Για λίγη δημοκρατία, δηλαδή.»

«Αρκεί να προσθέσω το εξής προφανές συμπέρασμα: με την αποδιάρθρωση του συστήματος τη δεκαετία του '70, οι λειτουργίες της δημοκρατίας περιορίστηκαν. Έγινε, επομένως, απαραίτητο να ελεγχθεί και να περιθωριοποιηθεί η λαϊκή θέληση με κάποιο τρόπο, γεγονός που είναι ιδιαίτερα εμφανές στις περισσότερο επιχειρηματικές κοινωνίες, όπως οι ΗΠΑ.»

Η έννοια όμως της δημοκρατίας δεν μπορεί να περιέχει την έννοια της αντιπροσώπευσης και της εκπροσώπησης της «λαϊκής θέλησης» που χωρίζει την κοινωνία από την πολιτεία και μετατρέπει τους πολίτες σε υπηκόους. Η επινόηση της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» από τους πατέρες του αμερικάνικου έθνους «από την πρώτη μέρα» δεν είχε καμία σχέση με πραγματική δημοκρατία, που είναι η απευθείας άσκηση της εξουσίας από το λαό, τον δήμο, και κανένας ύστερος «κακός» φιλελευθερισμός δεν ευθύνεται για την «υποβάθμισή» της. Είναι μάλιστα σημαντικό να τονιστεί ότι ο θεσμός αυτός αποτελεί το πολιτικό συμπλήρωμα της οικονομίας της αγοράς και πως έχει και αυτός δυναμική συγκέντρωσης εξουσίας από την εγκαθίδρυσή του πριν περίπου 200 χρόνια μέχρι σήμερα.

Όμως το γεγονός ότι ο Τσόμσκι δεν εστιάζει στα συστημικά αίτια της χρόνιας κρίσης αλλά μόνο στις πολιτικές των εκάστοτε ελίτ φαίνεται και στο παρακάτω χωρίο από το «ΗΠΑ: Ηνωμένες Πολιτείες Ανασφάλειας» όπου χρεώνει την χειροτέρευση των συνθηκών ζωής στις ΗΠΑ στις πολιτικές του Μπους και σε κάποιες νομοθετικές ρυθμίσεις και όχι στο ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς που επιβάλλει τέτοιες επιλογές ως συνέπεια της δυναμικής «Ανάπτυξη ή Θάνατος» που το συνοδεύει.. Ως αποτέλεσμα η λύση των «καλών» πολιτικών επιλογών να προβάλλεται ως εφικτή και επιθυμητή έστω και εντός συστήματος.

«Υπάρχουν σημαντικές δυνάμεις που οδηγούν τη χώρα προς αυτή την κατεύθυνση, εκτός από τις αντιδραστικές πολιτικές του Μπους, και οι οποίες επιδιώκουν να ενισχύσουν τους πλουσίους και να αφήσουν τους υπόλοιπους ανθρώπους να προστατεύονται μόνοι τους, όπως μπορούν.

Πάρτε για παράδειγμα την εξάρτηση της χρηματοδότησης του δημόσιου σχολικού συστήματος από το φόρο ακίνητης περιουσίας. Στα προηγούμενα χρόνια, όταν οι τοπικές κοινωνίες δεν ήταν τόσο αισθητά διαχωρισμένες σε πλούσιους και φτωχούς, αυτό ήταν λίγο-πολύ αποδεκτό. Σήμερα, η πολιτική αυτή σημαίνει ότι τα πλούσια προάστια θα έχουν τα καλύτερα σχολεία σε σχέση με τις φτωχές, αστικές ή αγροτικές περιοχές. Και αυτή είναι μόνο η αρχή. Η ελίτ των προαστίων, που απλώς εργάζεται στο κέντρο της πόλης, δεν είναι υποχρεωμένη να πληρώνει φόρους, για να κρατήσει την πόλη βιώσιμη. Αυτό το φορτίο πέφτει δυσανάλογα επάνω στους φτωχούς. Μελέτες, που αφορούν τα δημόσια μέσα μεταφοράς, έχουν δείξει ότι οι φτωχότεροι επιχορηγούν τους πλουσιότερους και πιο προνομιούχους. Και τα νομοθετικά μέτρα αυτού του είδους αυξάνονται διαρκώς.»

Είναι φανερό ότι η μανιχαϊστική/προσωποκεντρική προσέγγιση του Τσόμσκυ για τα αίτια της κρίσης στην Αμερική (τα αποτελέσματα της οποίας βέβαια οφείλουμε να πούμε ότι παρουσιάζει συνήθως με χρήσιμα στοιχεία και οξυδέρκεια), με την οποία ουσιαστικά θέτει ως κύριους υπεύθυνους από τις «ιδιωτικές εταιρίες» μέχρι τον Μπους, υπολείπεται μιας ανάλυσης που λαμβάνει υπόψη τη λειτουργία των αντικειμενικών τάσεων μέσα στο σύστημα σε σχέση με τις υποκειμενικές, η οποία είναι αναγκαία ως πρώτο βήμα για το χτίσιμο ενός αντισυστημικού κινήματος.

Γ. Η "αναρχική" λύση για τον Τσόμσκι: Αγώνες για δικαιώματα και πιέσεις της "κοινωνίας των πολιτών" και λίγο από... Πάρεκον

Τέλος, στο ίδιο άρθρο, σε ερώτηση σχετικά με τις εναλλακτικές λύσεις που υπάρχουν σήμερα, αναλώνεται πρωτίστως στην υιοθέτηση των αγώνων για φιλελεύθερα κοινωνικά δικαιώματα και διεκδικήσεις έναντι ενός συστήματος όπως αυτοί που υιοθετεί η αφηρημένη «κοινωνία των πολιτών» της ρεφορμιστικής Αριστεράς ή οι ΜΚΟ, φτάνοντας μάλιστα στο αστοιχείωτο συμπέρασμα ότι ζούμε σε ένα καλύτερο κόσμο σε σύγκριση με παλιότερες εποχές:

«Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι ότι ακριβώς κάναμε και στο παρελθόν και μας οδήγησε στην πρόοδο και στην επιτυχία. Ζούμε σε έναν πιο πολιτισμένο κόσμο από αυτόν στον οποίο ζούσε ακόμα και ο Φόρεστερ, όταν έγραφε τις απόψεις αυτές.

Δείτε για παράδειγμα το ζήτημα των δικαιωμάτων της γυναίκας ή τον αγώνα ενάντια στα βασανιστήρια, ή ακόμη και ενάντια στη βία, τις περιβαλλοντικές ανησυχίες ή την αναγνώριση μερικών από τα εγκλήματα της ιστορίας μας, όπως αυτό που επιτελέστηκε στο γηγενή πληθυσμό της Αμερικής. Και θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ακόμη περισσότερα τέτοια θέματα. Σ’ αυτούς τους τομείς έχει συντελεστεί σημαντική πρόοδος, επειδή άνθρωποι, όπως αυτοί που εργάζονται στα εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης ή εκείνοι που αθόρυβα οργανώνονται κοινωνικά, συγκροτούν κοινότητες και δρουν πολιτικά, προσπαθούν να κάνουν κάτι.

Και αυτό παρά το γεγονός ότι εδώ και 30 χρόνια η επέλαση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης έχει εντείνει την πολυδιάστατη κρίση (οικονομική, πολιτική, κοινωνική, οικολογική αλλά και πολιτιστική) σε όλο το εύρος της κοινωνίας, ενώ υπάρχουν δεκάδες αδιάσειστα στοιχεία που δείχνουν ότι η συγκέντρωση και ανισοκατανομή δύναμης παγκοσμίως είναι πρωτοφανής στην ιστορία και έχει οδηγήσει πάνω από 4 δις κόσμου στη σταδιακή εξαθλίωση ή στη διαρκή ανασφάλεια. [για περισσότερα στοιχεία βλ. Τάκης Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία, 10 Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος, 2008)].

Ωστόσο, ο Τσόμσκι, συνεχίζει με την εξής προτροπή:

«Και οι τρόποι με τους οποίους μπορεί κάποιος να προσφέρει στον αγώνα δεν είναι μυστηριώδεις. Πρέπει απλώς να προσπαθήσετε να αναπτύξετε έναν κριτικό και ανοικτό τρόπο σκέψης και πρέπει να είστε πρόθυμοι να αξιολογήσετε και να αμφισβητήσετε τις συμβατικές πεποιθήσεις, να τις δεχτείτε αν τελικά αποδειχτούν έγκυρες, αλλά να τις απορρίψετε αν, όπως συμβαίνει άλλωστε τόσο συχνά, εξυπηρετούν απλώς τις εξουσιαστικές δομές. Και να συνεχίσετε έπειτα με εκπαιδευτικές και άλλες οργανωτικές δραστηριότητες, ανάλογα με τις περιστάσεις. Δεν υπάρχει μία και μοναδική φόρμουλα αλλά πολλοί εναλλακτικοί τρόποι. Και σταδιακά, με την πάροδο του χρόνου, τα πράγματα βελτιώνονται. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι ακόμη και ο σκληρότερος βράχος θα διαβρωθεί από τη συνεχή και σταθερή ροή σταγόνων νερού. Τέτοιοι είναι οι τρόποι με τους οποίους πραγματοποιείται η κοινωνική αλλαγή και δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Οι τρόποι αυτοί είναι σκληροί, απαιτητικοί, γεμάτοι προκλήσεις και συχνά απαιτούν θυσίες. Αλλά αυτό ακριβώς πρέπει να κάνουμε για έναν καλύτερο κόσμο.»

Ενταγμένος, λοιπόν, στη λογική μιας γενικόλογης προτροπής για σκόρπιους αγώνες και έχοντας υιοθετήσει μια αντικειμενική «ηθική» για την «Πρόοδο» που «αναπόφευκτα» έρχεται («Σταδιακά, με την πάροδο του χρόνου, τα πράγματα βελτιώνονται»), κάτι που ακόμα περισσότερο ενισχύει την υποψία μας ότι παραβλέπει «εργαλειακά» τις καθοριστικές για τη συγκέντρωση εξουσίας τάσεις και τα συστημικά δεδομένα που έχουν προκύψει στη νεοφιλελεύθερη νεωτερικότητα, ο Τσόμσκι αδυνατεί να ξεφύγει από μια επιδερμική και καθαρά «πολιτειακή»/τεχνοκρατική προσέγγιση των αιτιών που έχουν οδηγήσει στην τερατώδη συγκέντρωση εξουσίας που παρατηρείται σήμερα, 30 χρόνια μετά την είσοδο μας στη νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας.

Και αυτό, παρά το γεγονός ότι ως έμπειρος ερευνητής των κοινωνικών τάσεων, θα έπρεπε από καιρό να έχει αντιληφθεί πως στην πραγματικότητα όχι μόνο δεν ζούμε σε «πιο πολιτισμένο κόσμο», όπως διαπιστώνει, αλλά ότι το σημερινό χαρακτηριστικό της «παγκοσμιοποιημένης» βαρβαρότητας που βιώνει πλέον η μεγάλη πλειονότητα της ανθρωπότητας δεν συνίσταται μόνο από άμεσες μορφές βίας (αν και η μορφή αυτή βαρβαρότητας έχει πάρει επίσης συγκριτικά τεράστιες διαστάσεις, κυρίως λόγω των απροκάλυπτων πολέμων της υπερεθνικής ελίτ καθώς και του διαρκούς σιωνιστικού εγκλήματος), αλλά πρωτίστως από έμμεσες μορφές βίας (που φυσικά συμβάλλουν και αυτές σημαντικά στην ένταση της εσωτερικής βίας σε χώρες του τρίτου και αυξανόμενα του «πρώτου» κόσμου όπως είναι η κρατική τρομοκρατία κτλ.) που έχουν να κάνουν με την εγγενή λειτουργία του διεθνοποιημένου συστήματος της οικονομίας της αγοράς και της ημι-ολοκληρωτικής πλέον μορφής της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας».

Αντ’ αυτού προτιμάει να κρατά «σιγή ιχθύος» ή να αγνοεί συνειδητά τις συστηματικές ελευθεριακές προσπάθειες που έχουν γίνει τα τελευταία 30 χρόνια ώστε να ξεφύγει η ανθρωπότητα από την εντεινόμενη πολυδιάστατη κρίση.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι όταν ο Τσόμσκι ρωτήθηκε σχετικά πρόσφατα για το κατά πόσο είναι εφικτή και επιθυμητή στην εποχή μας η ανάδειξη και επικράτηση ενός ελευθεριακού, αντί-συστημικού πολιτικού οράματος που θα ανατρέψει τις υφιστάμενες εξουσιαστικές δομές, αυτός κατέστησε σαφή την απομάκρυνση του από την ανάγκη ενός αντισυστημικού πολιτικού προτάγματος , προσπερνώντας με κυνικό τρόπο τις προσπάθειες που είχαν ήδη ξεκινήσει να γίνονται προς αυτή την κατεύθυνση (Κοινωνική Οικολογία, πρόταγμα της Αυτονομίας, Περιεκτική Δημοκρατία). Άντ’ αυτού, υιοθέτησε την ακίνδυνη και «πολιτικώς ορθή» άποψη ότι:

«Θα μπορούσε φυσικά κάποιος να φανταστεί πιο ελευθεριακές και δημοκρατικές εναλλακτικές λύσεις που διαβρώνουν τόσο τη κρατική και τη κορπορατιστική δύναμη, όσο και τα καταπιεστικά συστήματα που επιβάλλουν –συμπεριλαμβανόμενων των αγορών του κρατικού καπιταλισμού και τα αναδυόμενα υπερεθνικά ομόλογα τους. Αυτά είναι σημαντικά οράματα για το μέλλον, που θα έπρεπε να εμψυχώνουν αυτούς που επιδιώκουν την ελευθερία και την δικαιοσύνη, καθώς και τα κοινωνικά κινήματα που δημιουργούν η συμμετέχουν. Αλλά αυτές είναι ακόμη απόμακρες προοπτικές (remote prospects) , για τις οποίες δεν έχει γίνει η προκαταρκτική εργασία». [Τάκης Φωτόπουλος, Ο Καπιταλισμός του Τσόμσκι, Ο Μετακαπιταλισμός του Άλμπερτ και η Περιεκτική Δημοκρατία, κεφ. 2 (Γόρδιος, 2004)].

Αυτό, όμως δεν τον εμπόδισε , σύντομα μετά από αυτήν τη ρήση του, να υιοθετήσει το Πάρεκον (φαίνεται το «μέλλον» αφορά οποιοδήποτε άλλο όραμα εκτός από αυτό του φίλου και συνεργάτη του Μάικλ Άλμπερτ που προφανώς είναι «πιο ίσο» από τα άλλα)!

5. Χάουαρντ Ζιν: Ψηφίζουμε τον λιγότερο κακό αντιπρόσωπο, στηρίζουμε Ομπάμα και μετά αγωνιζόμαστε για «δικαιοσύνη»!

A. Ο αναρχικός αγώνας του Ζιν για «δικαιοσύνη» και πιέσεις στην ελίτ

Συνεχίζοντας με τον ακτιβιστή Χάουαρντ Ζιν ο οποίος αφού είχε γίνει γνωστός στο χώρο κυρίως από τον αντιπολεμικό του αγώνα τη δεκαετία του '60 και από τότε κατά κάποιον τρόπο έχει πάρει ένα ακλόνητο «χρίσμα» επαναστατικότητας που περιέργως τον συνοδεύει σε οτιδήποτε και αν πρεσβεύει, δεν παύει να μας υπενθυμίζει ο ίδιος ότι είναι «αναρχικός», όπως στη συνέντευξη του που αναδημοσιεύεται στο τ. #46 της Βαβυλωνίας:

«Είμαι αναρχικός, και σύμφωνα με τις αναρχικές αξίες τα έθνη-κράτη αποτελούν εμπόδια σε μία αληθινή, ανθρωπιστική παγκοσμιοποίηση. Κατά μία έννοια, το ρεύμα της παγκοσμιοποίησης, με τους καπιταλιστές να υπερπηδούν τα εθνικά σύνορα, μας δίνει την ευκαιρία να καταργήσουμε τα σύνορα και να πραγματοποιήσουμε την παγκοσμιοποίηση των ανθρώπων, σ’ αντίθεση με την παραδοσιακή παγκοσμιοποίηση. Με άλλα λόγια, μπορούμε να την εκμεταλλευτούμε —δεν υπάρχει τίποτα κακό στην ιδέα της παγκοσμιοποίησης— με έναν τρόπο που να πετυχαίνεται η κατάργηση των εθνικών συνόρων και, ταυτόχρονα, να διασφαλίζεται ότι οι οικονομικές αποφάσεις που αφορούν τους ανθρώπους του κόσμου να μην λαμβάνονται από τις εταιρείες.»

Όμως, πέρα από το απαράδεκτο για ένα ελευθεριακό συμπέρασμα του για την οικονομική παγκοσμιοποίηση μέσω του διεθνοποιημένου συστήματος της οικονομίας της αγοράς την οποία «μπορούμε να εκμεταλλευτούμε» με τροποποιήσεις (δηλαδή έμμεσα μη θέτοντας ζήτημα συστημικής αλλαγής αλλά ρεφορμισμού) για να «πραγματοποιήσουμε την παγκοσμιοποίηση των ανθρώπων», είναι αποκαλυπτικό του συντηρητισμού των θέσεων του Ζιν το άρθρο του «Νόμος, Τάξη και Βία» που δημοσιεύεται στο τ. 51 της Βαβυλωνίας στο οποίο γράφει μεταξύ άλλων:

«Σίγουρα δεν είναι λάθος όλοι οι κανόνες και οι κανονισμοί. Ίσως πρέπει να έχουμε ανάμικτα συναισθήματα σχετικά με την υπακοή στους νόμους. Η υπακοή στο νόμο που σε στέλνει στον πόλεμο φαίνεται λάθος. Η υπακοή στο νόμο ενάντια στο φόνο φαίνεται απόλυτα σωστή. Για να υπακούσεις πραγματικά σ’ αυτόν το νόμο, πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις στο νόμο που σε στέλνει στον πόλεμο.

Η κυρίαρχη ιδεολογία δεν δίνει το δικαίωμα να γίνονται λογικές διακρίσεις από τους ανθρώπους σχετικά με τους νόμους που πρέπει να υπακούουν. Είναι αυστηρή και απόλυτη. Είναι ο άκαμπτος κανόνας κάθε κυβέρνησης είτε είναι φασιστική, είτε κομμουνιστική, είτε φιλελεύθερη καπιταλιστική. Η Γκέρτρουντ Σολτζ, επικεφαλής του Τμήματος Γυναικών επί Χίτλερ, εξήγησε σ’ ένα δημοσιογράφο την πολιτική των ναζί για τους Εβραίους, ως εξής: «Σ’ όλες τις περιπτώσεις υπακούαμε στο νόμο. Αυτό δεν κάνετε και στην Αμερική; Ακόμη κι αν διαφωνείτε προσωπικά με ένα νόμο, τον ακολουθείτε. Αλλιώς η ζωή θα ήταν χάος».

«Σίγουρα, η ειρήνη, η σταθερότητα και η τάξη είναι επιθυμητές, το χάος και η βία, όχι. Αλλά η σταθερότητα και η τάξη δεν είναι οι μοναδικές επιθυμητές καταστάσεις της κοινωνικής ζωής. Είναι, επίσης, και η δικαιοσύνη, δηλαδή η δίκαιη μεταχείριση όλων των ανθρώπων, το ισότιμο δικαίωμα όλων στην ελευθερία και την ευημερία. Η απόλυτη υπακοή στο νόμο μπορεί να φέρνει την τάξη προσωρινά, αλλά δεν φέρνει τη δικαιοσύνη. Και όταν δεν τη φέρνει, αυτοί που υφίστανται άδικη μεταχείριση μπορούν να διαδηλώνουν, να επαναστατούν, να προκαλούν αναταραχές, όπως έκαναν οι αμερικανοί επαναστάτες τον 18ο αιώνα, οι αγωνιστές ενάντια στη δουλεία τον 19ο αιώνα, οι κινέζοι φοιτητές τον 20ο και όπως έχουν κάνει οι εργάτες, κάθε φορά που απεργούν, σε κάθε χώρα ανά τους αιώνες.»

«Δεν έχουμε μεγαλύτερη υποχρέωση να επιδιώκουμε τη δικαιοσύνη, παρά να υπακούμε στο νόμο; Ο νόμος μπορεί να υπηρετεί τη δικαιοσύνη, όπως όταν απαγορεύει το βιασμό και το φόνο ή όταν επιβάλει στα σχολεία να δέχονται όλους τους μαθητές ανεξάρτητα από φυλή και εθνικότητα. Αλλά όταν στέλνει νέους ανθρώπους στον πόλεμο, όταν προστατεύει τους πλούσιους και τιμωρεί τους φτωχούς, τότε ο νόμος και η δικαιοσύνη έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Σ’ αυτή την περίπτωση, ποια είναι η μεγαλύτερη υποχρέωσή μας: ο νόμος ή η δικαιοσύνη;

Η απάντηση δίνεται από τη θεωρία της δημοκρατίας με τα λόγια του Τζέφερσον και των συναδέλφων του στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Ο νόμος είναι απλώς ένα μέσο. Η κυβέρνηση είναι απλώς ένα μέσο. «Η ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της Ευτυχίας» – αυτά είναι οι σκοποί. Και «όποια μορφή διακυβέρνησης αποτυγχάνει σε σχέση μ’ αυτούς τους σκοπούς, είναι Δικαίωμα των Ανθρώπων να την αλλάξουν ή να την καταργήσουν, και να θεσμοθετήσουν μία νέα».

Είναι παραπάνω από φανερό από τα παραπάνω χωρία ότι ο Ζιν συγχέει την έννοια της δικαιοσύνης με την ελευθερία και την αυτονομία, την οποία το πιο πιθανό είναι να αγνοεί τελείως. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα πως υιοθετεί μια δογματική οπτική της ελευθερίας την οποία ταυτίζει σε σημαντικό βαθμό με τη «δικαιοσύνη» και βλέπει τους νόμους, δηλαδή τη θέσμιση της κοινωνίας και από ποιους γίνεται, απλά ως «μέσο» για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία! Έτσι, οδηγείται καθαρά σε μια ετερόνομη θεώρηση της κοινωνίας, σύμφωνα με την οποία το ζητούμενο και ο αυτοσκοπός δεν είναι το να δημιουργούν και να αμφισβητούν οι ίδιοι οι άνθρωποι τους νόμους τους και τους νόμους της κοινότητας τους, όπως είναι η έννοια της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας στην οποία βασίζεται φιλοσοφικά το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας, αλλά απλά το να γνωρίζουν αν πρέπει να υπακούν ή όχι στους νόμους που δημιουργούν οι ελίτ για αυτούς!

Σε αυτό το πλαίσιο, μόνο αρνητική εντύπωση προκαλεί η σύνδεση της έννοιας της ελευθερίας όχι με την ίδια την αυτονομία ως αυτοσκοπού, αλλά με τη «δικαιοσύνη», «δηλαδή τη δίκαιη μεταχείριση όλων των ανθρώπων, το ισότιμο δικαίωμα στην ελευθερία και την ευημερία», μια προσέγγιση που ανήκει καθαρά στο φιλελεύθερο ιδεολογικό φάσμα και μάλιστα ο ίδιος δηλώνει με σαφήνεια ότι το μείζον ζήτημα είναι το αν μας μεταχειρίζονται δίκαια ή όχι οι κυρίαρχες τάξεις και οι ελίτ! Έτσι λοιπόν, το ζητούμενο της «ελευθερίας» του Ζιν είναι να μας δίνεται το δικαίωμα να κάνουμε «λογικές διακρίσεις» «σχετικά με τους νόμους που πρέπει να υπακούμε», μια άποψη που μόνο αντιδραστική μπορεί να χαρακτηριστεί.

Β. Στηρίζουμε Ομπάμα, τον στυλοβάτη του έθνους και του Συντάγματος μας

Όμως η καθαρά φιλελεύθερη οπτική του Ζιν δεν τελειώνει εδώ. Ο ίδιος παρότι δηλώνει σταθερά αναρχικός, λέει σε συνέντευξη του «Howard Zinn: Obama "Is Going to Need Demonstrations and Protest and Letters and Petitions" to Do the Right Things» (12 March 2009) στη Liliana Segura, AlterNet, ότι στηρίζει και ψηφίζει τον «προοδευτικό» Ομπάμα:

«LS: Πολλές από τις παραστάσεις σχετίζονται με τον πόλεμο – και η κατεύθυνση κατά την οποία οδεύουμε στο Αφγανιστάν έρχεται αμέσως στο μυαλό. Τι πιστεύεις για τον Ομπάμα και το γεγονός ότι ακολουθεί την πορεία της κυβέρνησης Μπους όσον αφορά τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας»; Τον υποστήριξες, έτσι δεν είναι;

Howard Zinn: Αν υποστήριξα τον Ομπάμα; (Γέλια) Ναι – τον υποστήριξα και ήθελα να κερδίσει. Ήθελα να φύγουν οι Μπους και Τσένυ. Ήθελα την αλλαγή – και η αλήθεια είναι ότι δεν είχα και άλλη επιλογή. Ήταν είτε ο Μπους ή ο Ομπάμα. Και επέλεξα τον Ομπάμα. Και, στην πραγματικότητα, ήμουν αισιόδοξος. Όχι υπερβολικά αισιόδοξος καθώς γνωρίζω λίγα πράγματα για την αμερικανική Ιστορία. Γνωρίζω πόσο μεγάλη ελπίδα έχει εναποτεθεί σε προέδρους, και γνωρίζω ότι οι πρόεδροι είναι πολιτικά ζώα. Γνωρίζω πολύ καλά ότι ο Λίνκολν ήταν πολιτικός και ότι ο Ρούσβελτ ήταν πολιτικός και, στην πραγματικότητα, μπορεί κανείς να πει ότι το θέμα του έργου μου είναι ότι δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε όσους είναι στο Λευκό Οίκο. Μπορούμε να εμπιστευόμαστε μόνο όσους διαδηλώνουν στο Λευκό Οίκο. Οπότε η στάση μου απέναντι στον Ομπάμα ήταν εξαρχής επιφυλακτική, με την έννοια ότι, ΟΚ, είναι καλό να μπει ο Ομπάμα εκεί μέσα, είναι χαρούμενος που αφύπνισε πολλούς ανθρώπους κάνοντάς τους να ασχοληθούν με την πολιτική – τώρα ελπίζω αυτός ο κόσμος που αφυπνίστηκε και ενεργοποιήθηκε θα χρησιμοποιήσει αυτή την ενέργεια προκειμένου να ωθήσει τον Ομπάμα προς μια κατεύθυνση διαφορετική από αυτή που φαίνεται να ακολουθεί προς το παρόν.»

Σε άρθρο του μάλιστα «Standing up for justice in the age of Obama» (13 March 2009) στον Socialist Worker γράφει σχετικά με τον Ομπάμα:

«Ο Ομπάμα μίλησε για το όραμα που έχει. Πρέπει να έχει κανείς όραμα και τώρα θέλω να πω στον Ομπάμα ποιό πρέπει να είναι το όραμά του. Το όραμα του πρέπει να είναι το έθνος να γίνει αρεστό σε όλο τον κόσμο. Ένα έθνος που θεωρείται ως ειρηνικό, διότι θα έχει αποσύρει τις στρατιωτικές του βάσεις από όλες αυτές τις χώρες. Αυτό που απαιτείται είναι ένα συνολικό αναποδογύρισμα. Θέλουμε μια χώρα που χρησιμοποιεί τους πόρους της, τον πλούτο της και τη δύναμή της για να βοηθά τους ανθρώπους, όχι για να τους πληγώνει. Αυτό χρειαζόμαστε».

Σε μόλις χθεσινή (27/5/09) συνέντευξη του στην Ελευθεροτυπία ο Χάουαρντ Ζινν αποκαλύπτει ξεκάθαρα και χωρίς ίχνος ενδοιασμού την ασυνέπεια μεταξύ αναρχισμού – κοσμοαντίληψη την οποία δηλώνει (ανάλογα με την περίσταση) ότι ενστερνίζεται – και των απόψεων που εκφράζει για το ποιες είναι οι προσδοκίες του από τον Ομπάμα:

«Τι μπορεί να ελπίζει η Αμερική και τι ο γεωπολιτικός χάρτης από την εκλογή του Ομπάμα;»

«Δεν θα σας πω αυτό που ελπίζω, αλλά αυτό που θα ήθελα να γίνει. Θα ήθελα να γίνουν θεμελιώδεις αλλαγές στο οικονομικό σύστημα, να επιστρέψουμε στην εποχή του Ρούζβελτ, ο οποίος, μετά το κραχ του '29, έφερε μεταρρυθμίσεις, αναμορφώνοντας την κοινωνική πρόνοια. Δηλαδή, το κράτος να εγγυηθεί εκ νέου για τις ανάγκες των ανθρώπων, βοηθώντας τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις: να νοιάζεται, παραδείγματος χάριν, για την ιατρική τους περίθαλψη ή για την επιδότηση του δανείου τους. Και πάντα να λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματά τους, όπως κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα της Αμερικής».

Σε ερώτηση μάλιστα «Θα συνεχιστούν οι πόλεμοι στο όνομα της τρομοκρατίας σε χώρες όπου είναι κυρίαρχο το μουσουλμανικό στοιχείο;» ιδού τι απαντά ο "αναρχικός" Ζιν: «Δεν νομίζω ότι η νέα κυβέρνηση θα κάνει πόλεμο εναντίον του Ιράν και οποιασδήποτε άλλης χώρας»

Έτσι, το γεγονός ότι ο νέος "άνθρωπος των ΗΠΑ" στο Πακιστάν, γνωστός με το παρατσούκλι «Ο κύριος 10%» για τις μίζες που απαιτεί σήμερα, μακελεύει για λογαριασμό του Ομπάμα το λαό του Πακιστάν, ενώ η σφαγή αμάχων στο Αφγανιστάν εντείνεται, φαίνεται διέφυγαν της προσοχής του μεγάλου αναρχικού ιστορικού Ζιν ότι είναι πόλεμοι του Ομπάμα!

Γ. Ψηφίζουμε στις εκλογές και μετά αυτοοργανωνόμαστε

Αυτή η στάση βέβαια δεν αφορά απλά την επιλογή του εκλεκτού πολιτικού αντιπροσώπου της υπερεθνικής ελίτ στις ΗΠΑ, Ομπάμα, αλλά και γενικότερα τη στάση του στο θέμα της συμμετοχής στις εθνικές εκλογές όπως και στην ανάγκη ενός ισχυρού και «δίκαιου» έθνους-κράτους (κάτι που προφανώς δεν είναι κατάφωρα αντιφατικά για τον "αναρχικό" Ζιν με αυτά που διακηρύσσει παραπάνω ότι «τα έθνη-κράτη αποτελούν εμπόδιο σε μια πραγματική ανθρώπινη παγκοσμιοποίηση»!). Σε συνέντευξη του λοιπόν που αναδημοσιεύεται στο τεύχος #46 της Βαβυλωνίας «Περί Αναρχισμού» λέει σχετικά με τις εκλογές:

«Μία προσωπική ερώτηση. Πηγαίνεις στην κάλπη; Ψηφίζεις;

Ζ: Ναι, μερικές φορές, όχι πάντα. Εξαρτάται. Θεωρώ ότι είναι προτιμότερο, μερικές φορές, να έχεις πρόεδρο τον έναν υποψήφιο παρά τον άλλο, παρόλο που ξέρεις ότι η λύση δεν είναι αυτή. Μερικές φορές ο λιγότερο κακός, δεν είναι και τόσο λιγότερο, κι έτσι τον απορρίπτεις και είτε δεν ψηφίζεις είτε ψηφίζεις έναν τρίτο υποψήφιο, ως διαμαρτυρία στο κομματικό σύστημα. Μερικές φορές η διαφορά μεταξύ δύο υποψηφίων είναι άμεσα σημαντική, και τότε νομίζω ότι η προσπάθεια να εκλεγεί κάποιος, που είναι λίγο καλύτερος ή λιγότερο επικίνδυνος, είναι κατανοητή. Δεν πρέπει, όμως, ποτέ να ξεχνάμε ότι, ανεξάρτητα ποιος θα εκλεγεί, το σημαντικό είναι τι είδους κοινωνικό κίνημα υφίσταται. Επειδή έχουμε δει στην ιστορία ότι, εφόσον υπάρχει ισχυρό κοινωνικό κίνημα, δεν έχει σημασία ποιος καταλαμβάνει το αξίωμα. Όποιος και να είναι, είτε Ρεπουμπλικανός είτε Δημοκρατικός, αν υπάρχει ισχυρό κίνημα, αυτός που έχει την εξουσία θα αναγκαστεί να υποχωρήσει, θα αναγκαστεί, κατά κάποιο τρόπο, να σεβαστεί τη δύναμή του.

Ο Ρίτσαρντ Νίξον δεν ήταν ο λιγότερο κακός αλλά ο χειρότερος υποψήφιος· κατά τη διακυβέρνησή του, όμως, τερματίστηκε, επιτέλους, ο πόλεμος, επειδή είχε να αντιμετωπίσει την ορμή τού αντιπολεμικού κινήματος και των Βιετναμέζων. Θα ψηφίσω, αλλά πάντοτε έχοντας κατά νου ότι σημαντική δεν είναι η ψήφος αλλά η οργάνωση.

Όταν κάποιοι άνθρωποι μιλάνε για τις εκλογές, με ρωτούν: Θα υποστηρίξεις αυτόν τον υποψήφιο ή τον άλλο; Εγώ τους λέω: «Θα υποστηρίξω αυτόν τον υποψήφιο για ένα λεπτό, όσο βρίσκομαι στην κάλπη. Εκείνη υποστηρίξω τον Α και όχι τον Β, αλλά πριν να πάω στην κάλπη, και αφού φύγω από κει, διοχετεύω όλες μου τις δυνάμεις στην οργάνωση των ανθρώπων και όχι στη διοργάνωση προεκλογικών εκστρατειών».

Έτσι, λοιπόν, ο αναρχισμός του Ζιν μεταφράζεται στο να στηρίζουμε τον Α και όχι τον Β στις εκλογές και έτσι να νομιμοποιούμε την απάτη της αντιπροσωπευτικής ολιγαρχίας και στη συνέχεια να «ξεχνάμε» ότι ψηφίσαμε τον «καλό» εξουσιαστή μας και να διοχετεύουμε όλες μας τις δυνάμεις στην οργάνωση των ανθρώπων (δηλαδή στους αγώνες για δικαιώματα και «δικαιοσύνη»).

Άλλωστε, συνεχίζει στη συνέντευξη του «Howard Zinn: Obama "Is Going to Need Demonstrations and Protest and Letters and Petitions" to Do the Right Things» (12 March 2009) στη Liliana Segura, AlterNet, η οργάνωση και οι αγώνες θα πρέπει να κινούνται πρωτίστως στην κατεύθυνση της «δράσης» που απαιτείται για να προξενήσουν την προσοχή των κυβερνώντων (!) και όχι της αντικατάστασης του συστήματος με ένα άλλο «μη-σύστημα» στο οποίο η ανάγκη για «δικαιώματα» και πιέσεις σε ελίτ δεν θα είναι νοητές, αφού... απλά δεν θα υφίστανται εξουσιαστικοί θεσμοί και κράτος σε καμία κοινωνική σφαίρα:

«Και το κίνημα κατά της σκλαβιάς μεγάλωσε αρκετά σε μέγεθος και σε δύναμη ώστε ο Λίνκολν αναγκάστηκε να το ακούσει. Έτσι προέκυψε η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και η 13η, 14η και 15η Τροπολογία.

Αυτή είναι η ιστορία αυτής της χώρας. Όπου υπήρξε πρόοδος, οπουδήποτε ανατράπηκε κάποιο είδος αδικίας, αυτό έγινε διότι οι άνθρωποι ενήργησαν ως πολίτες και όχι ως πολιτικοί. Δεν παραπονιόντουσαν μόνο. Εργάστηκαν, ενήργησαν και οργανώθηκαν, εξεγέρθηκαν όταν αυτό ήταν απαραίτητο. Έκαναν ότι μπορούσαν ώστε να τραβήξουν την προσοχή των ανθρώπων με εξουσία στην κατάστασή τους. Και αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε σήμερα.»

Τέλος, διαβάζοντας μια συνέντευξη του «Anarchism Interview» στον Ziga Vodovnik, ZSpace (13 May 2008), παρά το ότι δεν μπορεί κάποιος να διαφωνήσει ότι για τη μετάβαση σε μια πραγματικά δημοκρατική κοινωνία που θα διασφαλίζει την ισοκατανομή δύναμης όλων των πολιτών είναι αναγκαία η συνέπεια μεταξύ δημοκρατικών μέσων και στόχων, ο Ζιν υιοθετεί μια «μεσσιανική» πασιφιστική θεώρηση του αναρχισμού, που καμία σχέση βέβαια δεν έχει με τον κλασικό αναρχισμό και την ανάγκη αυτοάμυνας και ενίοτε καταφυγής στη λαϊκή αντιβία απέναντι στην εντεινόμενη συστημική βία. Σε σχετικό ερώτημα απαντάει:

«HZ: Ο όρος αναρχισμός έχει συνδεθεί με δύο φαινόμενα με τα οποία οι πραγματικοί αναρχικοί δεν θέλουν να έχουν σχέση. Το ένα είναι η βία, και το άλλο είναι η αταξία και το χάος. Η λαϊκή αντίληψη του αναρχισμού είναι, από τη μία, η ρήψη βομβών και η τρομοκρατία και, από την άλλη, η μη ύπαρξη κανόνων, νόμων, πειθαρχίας, ο καθένας να κάνει ότι θέλει, να προκαλεί σύγχυση κλπ.

Όσον αφορά τα μέσα θα έλεγα ότι η ιδέα της άμεσης δράσης έναντι του κακού που θέλεις να ξεπεράσεις είναι κάποιο είδος ελάχιστου κοινού παρονομαστή των αναρχικών ιδεών, αναρχικών κινημάτων. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι μια από τις πιο σημαντικές αρχές του αναρχισμού είναι ότι δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τα μέσα από τους στόχους. Και αυτό σημαίνει ότι, αν ο στόχος σου είναι μια κοινωνία ισότητας, τότε θα πρέπει να χρησιμοποιείς και αντίστοιχα μέσα, αν ο στόχος είναι μια μη βίαιη κοινωνία χωρίς πόλεμο, δεν μπορείς να χρησιμοποιείς τον πόλεμο ώστε να πετύχεις το στόχο σου. Πιστεύω ότι ο αναρχισμός προϋποθέτει τα μέσα και οι στόχοι να είναι ευθυγραμμισμένοι. Μάλιστα πιστεύω ότι αυτό είναι ένα από τα προεξέχοντα χαρακτηριστικά του αναρχισμού.

6. Ελευθεριακός Σιωνισμός: Μια ακόμα συντηρητική συνιστώσα του «αναρχισμού» των Τσόμσκι και Ζιν

Τέλος, και εξίσου κρίσιμα με τα παραπάνω είναι τα ερωτήματα που προκύπτουν από τη στάση των Τσόμσκι και Ζιν μεταξύ άλλων «αναρχικών», στο φλέγον ζήτημα του σιωνισμού. Είναι παραπάνω από αποκαλυπτική της καθαρά φιλελεύθερης και σχεδόν αντιδραστικής οπτικής των Τσόμσκι και Ζιν απέναντι στην πιο δολοφονική ιδεολογία που έχει επικρατήσει μεταπολεμικά, η προκήρυξη που συνυπογράφουν μαζί με άλλους «αριστερούς» διανοητές για την πρωτοφανή σιωνιστική σφαγή στη Γάζα στα τέλη του Δεκέμβρη/αρχές Γενάρη 2009 με τον τίτλο «Είμαστε εξοργισμένοι από τη συλλογική τιμωρία των Παλαιστινίων από το Ισραήλ», η οποία δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» .

Στο κείμενο αυτό γράφονται τα εξής εκπληκτικά μεταξύ άλλων:

«Είμαστε ηθικώς εξοργισμένοι από την πολιτική συλλογικής τιμωρίας που επιβάλλεται στους Παλαιστινίους και καταδικάζουμε και οικτίρουμε την αποτυχία του ΟΗΕ και της διεθνούς κοινότητας ως συνόλου να σταματήσει τις τελευταίες αυτές ισραηλινές φρικαλεότητες στη Γάζα.

Το δράμα του παλαιστινιακού λαού είναι μια μελανή κηλίδα στην ανθρωπότητα. Αν και απορρίπτουμε τις ρίψεις ρουκετών και όλμων από τη Χαμάς ως ηθικά λανθασμένες και πολιτικά αντιπαραγωγικές, καταδικάζουμε επίσης την ιδέα των μαζικών αντιποίνων εναντίον μιας ανυπεράσπιστης κοινωνίας, καθώς τέτοιες πρακτικές οδηγούν σε μορφές βαρβαρότητας και απανθρωπιάς, τις οποίες πιστεύαμε ότι ο πολιτισμένος κόσμος είχε εγκαταλείψει εδώ και πολύ καιρό.»

Έτσι, λοιπόν, η νόμιμη αντιβία και άμυνα ενός ολόκληρου λαού 1,5 εκατομμυρίων που στοιβάζεται σε μια περιοχή σαν τη Θράκη και ο οποίος στηρίζει αποφασιστικά τη Χαμάς στον εθνοαπελευθερωτικό του αγώνα, που εκφράζεται και με τη ρήψη ουσιαστικά τροποποιημένων... βαρελότων, χαρακτηρίζεται από τους Τσόμσκι, Ζινν και λοιπούς ως «ηθικά λανθασμένη» και «αντιπαραγωγική» ενώ μπαίνει εμμέσως πλην σαφώς στο ίδιο τσουβάλι με τη συστηματική σιωνιστική κτηνωδία!! Στη συνέχεια, το άλλο εξωφρενικό που προσιδιάζει περισσότερο σε λαϊκίστικη ρητορεία απολογητών του συστήματος παρά σε αριστερούς και αναρχικούς, είναι ότι οι διαπιστωμένες και καταγεγραμμένες πρακτικές του Ισραήλ απόδοσης συλλογικών αντιποίνων έναντι του λαού της Γάζας αποκαλούνται απλά μια «ιδέα» (!!) πρακτικών στην οποία εναντιώνονται, ενώ μόνο τραγελαφική μπορεί να χαρακτηριστεί η τελευταία πρόταση στην οποία οι φημισμένοι «αντιεξουσιαστές» βγάζουν το λαμπρό συμπέρασμα ότι με εξαίρεση αυτές τις προβληματικές ιδέες και πρακτικές, στην πραγματικότητα ζούμε (ή νομίζουν ότι ζουν) σε έναν πολιτισμένο κόσμο που έχει αποβάλει οριστικά τέτοιες μορφές βαρβαρότητας και απανθρωπιάς!!

Το συνοπτικό κείμενο κλείνει με την εξής προτροπή:

«Εμείς, οι υπογράφοντες, ζητούμε άμεση εκεχειρία στη Λωρίδα της Γάζας, πλήρη απόσυρση των ισραηλινών δυνάμεων, τερματισμό του οικονομικού αποκλεισμού της Γάζας και έναρξη διπλωματικών συνομιλιών για την ίδρυση ενός παλαιστινιακού κράτους.»

Σε αυτό το σημείο, οι συνυπογράφοντες εντάσσουν έμμεσα ή άμεσα τη σιωνιστική ιδεολογία και προπαγάνδα της δημιουργίας ενός ξεχωριστού Παλαιστινιακού κράτους-Μπαντουστάν δίπλα σε ένα «καθαρό» Ισραηλινό κράτος, όπως διαφημίζεται και προωθείται από την υπερεθνική ελίτ ως «λύση» στο μεσανατολικό, από την πίσω πόρτα στην αριστερή ρητορική και μάλιστα δεν κάνουν λόγο ούτε καν για την ουτοπική επιστροφή στα εδάφη του 1967. Έτσι, απορρίπτουν πανηγυρικά την πρόταση για μια βιώσιμη λύση που θα μπορούσε να είναι, όπως έχουν προτείνει εδώ και δεκαετίες πραγματικά ριζοσπάστες στοχαστές της αντι-σιωνιστικής ελευθεριακής αριστεράς, μεταξύ άλλων επιφανείς Εβραίοι όπως η Χάνα Άρεντ, αρχικά ένα πολυπολιτισμικό έθνος των λαών της περιοχής, με στόχο σταδιακά τη μετάβαση σε μια συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία, στην οποία δεν θα νοούνταν ο φαύλος κύκλος βίας που καταδικάζει έμμεσα και άμεσα στην εξαθλίωση εκατομμύρια κόσμο.

Βέβαια, ειδικά ο Τσόμσκι στην πραγματικότητα δεν έκρυψε ποτέ ότι ανήκει στο φάσμα του ελευθεριακού σιωνισμού, αφού, όντας πιστός ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60 σε μια «μετα-αναρχική» και μη συστημική ανάλυση του ρατσιστικού σιωνιστικού φαινομένου, στρέφεται απλά κατά του «κράτους του Ισραήλ» και των «ΗΠΑ» και όχι της ίδιας της σιωνιστικής ιδεολογίας (για την οποία δεν κάνει σχεδόν πουθενά λόγο σε κάποιο κείμενο ή ομιλία του) και του συστήματος που εξέθρεψαν από την πρώτη κιόλας μέρα τη φοβερή βία και οδήγησαν μέσα στα 60 χρόνια από τη βίαιη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ στη μεγαλύτερη μεταπολεμική τραγωδία ενός λαού (σχετικά μπορείτε να δείτε μια ιστορική αναδρομή για το σιωνιστικό κίνημα εδώ). Ο Τσόμσκι φαίνεται να θεωρεί ουσιαστικά ότι το «κράτος του Ισραήλ» πήρε την «κάτω βόλτα» μετά τον πόλεμο των 6 ημερών το 1967 και ότι μέχρι τότε νομιμοποιούνταν ηθικά να έχει το δικό του «καθαρό» κράτος δίπλα στους Άραβες που, πριν τη βίαιη ίδρυση του εκ του μηδενός , κατοικούσαν για χιλιετίες στην περιοχή. Παρόλα αυτά επιμένει ακόμα και τώρα να νομιμοποιεί ιδεολογικά έμμεσα την τρομακτική επέκταση και εδραίωση ενός πανίσχυρου στρατιωτικού κράτους δίπλα σε ένα εθνικό «στρατόπεδο συγκέντρωσης», το οποίο απλά θα νομιμοποιηθεί στο διηνεκές από τη «διεθνή κοινότητα», δημιουργώντας τετελεσμένα τα οποία επιστρέφουν την ανθρωπότητα σε νέο σκοταδισμό.

Μάιος 2009

[ ΔΙΚΤΥΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ]


Τρίτη, Μάϊος 05, 2009

H Άνοιξη της ζωής βρίσκεται ΈΞΩ από το σύστημα

http://www.inclusivedemocracy.org/brochures/

Περιεκτική Δημοκρατία



ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ

Η ΑΝΟΙΞΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Ι) Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΗΜΕΡΑ

Παρά τα συνθήματα της παραδοσιακής Αριστεράς ότι η Πρωτομαγιά δεν είναι αργία, αλλά απεργία και πάλη ταξική, η επέτειός της έχει χάσει κάθε αγωνιστικό χαρακτήρα και έχει πλέον εξωραϊστεί σε ημέρα ξεκούρασης. Και μάλιστα σε μια περίοδο που τα χρόνια προβλήματα που δημιουργεί η διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς (ανεργία, ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, μερική εργασία, ανασφάλεια, εργοδοτική ασυδοσία, απώλεια εισοδήματος, εργατικά ατυχήματα) έχουν ενταθεί σημαντικά λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, τα αποτελέσματα της οποίας γίνονται πλέον ορατά και στη χώρα μας. Ακόμα και η συμμετοχή σε αμυντικούς αγώνες υπεράσπισης κεκτημένων δικαιωμάτων ή/και αγώνες διεκδικήσεων από την εργοδοσία και την κυβέρνηση εμφανίζεται νωθρή, αλλά και όταν ειδικές συνθήκες δημιουργήσουν κάποια μαζικότητα και δυναμισμό στο εργατικό κίνημα, οι προσπάθειες είτε καταλήγουν άκαρπες είτε τα όποια θετικά αποτελέσματα ανακαλούνται στη νομοθεσία και στην πράξη έπειτα από μικρό διάστημα ― πράγμα που πιστοποιεί το ότι οποιεσδήποτε παραχωρήσεις εντός του συστήματος είναι πλασματικές και στοχεύουν μόνο στη δημιουργία εντυπώσεων, την ικανοποίηση των ψηφοφόρων και την επιστροφή στην κανονικότητα.

Στην Ελλάδα οι ελαστικές σχέσεις εργασίας είναι «σχετικά πρόσφατο» φαινόμενο ενώ στις αναπτυγμένες χώρες της Ε.Ε όχι. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι έχουν θεσμοθετηθεί και επισήμως με νόμους, διατάγματα κ.λπ. είτε απευθείας σε εθνικό επίπεδο ―π.χ. χώρες όπως η Ολλανδία έχουν εφαρμόσεις ελαστικές σχέσεις εργασίας πολύ προτού τεθεί σε επίπεδο Ε.Ε. η σχετική συζήτηση και νομοθεσία― είτε σε επίπεδο Ε.Ε. (βλ. 65ωρο) και έχουν ενσωματωθεί στις αντίστοιχες εθνικές νομοθεσίες. Στην Ελλάδα μια σειρά από τέτοιες οδηγίες κ.λπ. έχουν ψηφιστεί και ήδη από το 1998 ρυθμίζεται με νόμους η λειτουργία των Ι.Γ.Σ.Ε. (Ιδιωτικά Γραφεία Συμβούλων Εργασίας), από το 2001 η λειτουργία των εταιριών προσωρινής απασχόλησης (ενοικίασης εργαζομένων) κ.λ.π. ενώ φυσικά από τους μεγαλύτερους εργοδότες απασχολούμενων σε ελαστικές σχέσεις εργασίας είναι το ίδιο το κράτος και οι δήμοι με τις εκατοντάδες χιλιάδες των συμβασιούχων, τα προγράμματα stage κ.λπ.

ΙΙ) ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑΞΕΙΣ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 30 ΧΡΟΝΙΑ

Από την πλευρά τους, οι παραδοσιακές δυνάμεις της Αριστεράς δεν πτοούνται από αυτήν την καταβαράθρωση του άλλοτε ισχυρού εργατικού κινήματος, επιμένοντας να ζητούν είτε την ψήφο μας στις εκλογές, ρίχνοντας την ευθύνη για όλα τα δεινά στους νεοφιλελεύθερους πολιτικούς, ή υποσχόμενοι εργατικούς παραδείσους με αιτήματα που παραμένουν τα ίδια για χρόνια ενώ οι συνθήκες έχουν αλλάξει δραματικά. Και έχουν αλλάξει γιατί η νεοφιλελεύθερη φάση της οικονομίας της αγοράς που διαδέχτηκε τη σοσιαλδημοκρατική περίοδο πριν από περίπου 30 χρόνια δεν είναι απλά θέμα προσώπων ή πολιτικών όπως ισχυρίζεται η ρεφορμιστική Αριστερά. Είναι αποτέλεσμα της δυναμικής της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς που οδηγεί σε αυξανόμενη συγκέντρωση οικονομικής δύναμης, που επιβλήθηκε από την αυξανόμενη πίεση για άνοιγμα των αγορών από την ανάδυση και επέκταση των πολυεθνικών στο τέλος της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης με αποτέλεσμα την περαιτέρω αγοραιοποίηση της εργασίας, το πετσόκομμα του κράτους-πρόνοιας και την απορρύθμιση κάθε κοινωνικού ελέγχου. Συνεπώς, κανένας επαγγελματίας πολιτικός ακόμα και αν έχει τις καλύτερες προθέσεις (και οι περισσότεροι επαγγελματίες πολιτικοί ως γνωστόν δεν έχουν τέτοιες «ευγενείς» προθέσεις !!!) δεν μπορεί να βελτιώσει τη θέση των εργαζομένων χωρίς να προσκρούσει στη βασική απαίτηση του συστήματος και της υπερεθνικής ελίτ σήμερα που είναι ο αυτοσκοπός της Ανάπτυξης και της άμεσα συνδεδεμένης κερδοφορίας.

Η μαρξιστική αντίληψη στην οποία βασίζεται η παραδοσιακή αριστερά (που παίρνει δεδομένη την “Ανάπτυξη” ως δύναμη “προόδου” στην κοινωνία), ορίζει την τάξη τόσο με όρους «αντικειμενικούς» (ιδιοκτησία μέσων παραγωγής) που αποτελούν τις αναγκαίες συνθηκες όσο και «υποκειμενικούς» (ταξική συνείδηση) που αποτελούν τις ικανές συνθήκες του ορισμού της ιδιότητας του μέλους μιας τάξης, εφόσον οι τάξεις γίνονται το συλλογικό υποκείμενο το οποίο μπορεί να γράψει ιστορία μόνο στο βαθμό που ως τέτοιες παλεύουν ενάντια σε άλλες τάξεις. Η μαρξιστική έννοια της τάξης δεν είναι μόνο μια μορφή διαστρωμάτωσης αλλά ταυτόχρονα μια μορφή κοινωνικής, εξουσιαστικής σχέσης. Έτσι η εργατική τάξη που σχηματίζονταν την εποχή της ανάδυσης της οικονομίας της αγοράς, 200 χρόνια πριν, αναπόφευκτο αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η Βιομηχανική Επανάσταση που συνέβη σε μία εμπορική κοινωνία δεν συνοδεύτηκε από μια κοινωνική επανάσταση η οποία θα έφερνε τα μέσα παραγωγής υπό κοινωνικό έλεγχο, ήταν η τάξη που θα μπορούσε να αγωνιστεί για την ανθρώπινη χειραφέτηση με τους καλύτερους όρους.

Ωστόσο οι οικονομικές τάξεις αφήνουν εκτός ορισμού διάφορες κατηγορίες «ταυτότητας» όπως η φυλή, το φύλο, η εθνική, η πολιτιστική, η σεξουαλική ταυτότητα καθώς και ιεραρχικές δομές που αναπτύσσονται λόγω αυτών των διαφορών όπως π.χ. οι δομές της πατριαρχικής οικογένειας οι οποίες ως εκ τούτου αποκτούν διαταξική υπόσταση. Αυτό αναδείχθηκε όσο ποτέ άλλοτε με την άνοδο των ριζοσπαστικών “νέων κοινωνικών κινημάτων”, όμως ιδιαίτερα μετά την πτώση του κρατικιστικού σοσιαλισμού, ο μεταμοντερνισμός και η «πολιτική της ταυτότητας», συνέβαλαν στην άκριτη ισοπέδωση των αντισυστημικών κινημάτων και σε μια συνολική απόρριψη των ταξικών διαιρέσεων από μεγάλο μέρος της κοινωνίας, το αρνητικό αποτέλεσμα της οποίας βλέπουμε σήμερα, με τη σημαντική υποχώρηση της Κοινωνικής Πάλης.

Από την άλλη πλευρά, το περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά της εργασίας στη σημερινή μετα-βιομηχανική εποχή της πληροφορικής και των υπηρεσιών ―που έχουν μειώσει αλλά και αλλάξει ριζικά την σύσταση της εργατικής τάξης― δεν επιτρέπουν να ελπίζουμε σε κάποιο «προλεταριάτο» που θα μας οδηγήσει σε μια καλύτερη κοινωνία. Η προσπάθεια που γίνεται σήμερα από την παραδοσιακή Αριστερά να επαναοριστεί η εργατική τάξη με ταυτολογικούς όρους, έτσι ώστε σχεδόν οι πάντες να ταξινομούνται στην κατηγορία του εργάτη (εργάτες, πρώην εργάτες, εργάτες ανίκανοι προς εργασία, μελλοντικοί εργάτες, εργάτες στον τομέα υπηρεσιών, καλλιτέχνες κ.λ.π.), προσπαθώντας να καλουπώσουν την πραγματικότητα στην Προκρουστεια (ταξική) κλίνη τους δεν αντανακλά την πραγματικότητα. Είναι, επομένως, φανερό ότι το τμήμα αυτό της Αριστεράς βρίσκεται σε πλήρες αδιέξοδο να ερμηνεύσει τις σύγχρονες ταξικές διαιρέσεις, ανίκανο να αναγνωρίσει το βασικό γεγονός ότι το προλεταριάτο δεν βρίσκεται πλέον σε θέση να παίξει από μόνο του τον ρόλο του απελευθερωτικού υποκειμένου. Έτσι σήμερα δεν μπορούμε πλέον να εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε ότι το προλεταριάτο είναι ο θεματοφύλακας του επαναστατικού προτάγματος.

Η ταξική πάλη σήμερα (την οποία μπορούμε να αποκαλέσουμε καλύτερα «Κοινωνική Πάλη» ώστε να ληφθούν υπόψη οι συγκρούσεις που προέρχονται από όλες τις μορφές ανισοκατανομής της δύναμης) δεν αναφέρεται πια απλώς στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αλλά γενικότερα στη δυνατότητα του κάθε πολίτη για αυτοκαθορισμό, τόσο στο οικονομικό, όσο και στο πολιτικό αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο – θέμα το οποίο, άμεσα ή έμμεσα, εγείρει το ζήτημα της πραγματικής δημοκρατίας σε όλο το εύρος της οικονομίας, της πολιτείας και της κοινωνίας.

Το βασικό σημείο της προσέγγισης της Περιεκτικής Δημοκρατίας είναι ότι οι σημερινές ταξικές διαιρέσεις ανάμεσα στις κυρίαρχες και τις εξουσιαζόμενες κοινωνικές ομάδες στην πολιτική σφαίρα (επαγγελματίες πολιτικοί έναντι των υπόλοιπων πολιτών), την οικονομική σφαίρα (καπιταλίστες, διευθυντές και μάνατζερ επιχειρήσεων έναντι εργατών και υπάλληλων) και την ευρύτερη κοινωνική σφαίρα (άνδρες έναντι γυναικών, λευκοί έναντι έγχρωμων, εθνοτικές και πλειονότητες ταυτότητας έναντι μειονοτήτων κ.ο.κ.) βασίζονται σε αλληλοσυνδεόμενες δομές οι οποίες θεσμοποιούν την ανισοκατανομή δύναμης σε όλες τις μορφές της και τις συνακόλουθες κουλτούρες και ιδεολογίες (αυτό που χαρακτηρίζουμε ως το «κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα»).

Το δεύτερο σημείο το οποίο προκύπτει από την ανάλυση αυτή είναι ότι το ενωτικό στοιχείο, το οποίο μπορεί να ενώσει τα μέλη των υποτελών κοινωνικών ομάδων γύρω από ένα απελευθερωτικό πρόταγμα όπως το πρόταγμα της ΠΔ, είναι ο αποκλεισμός τους από διάφορες μορφές δύναμης/εξουσίας —ένας αποκλεισμός που θεμελιώνεται στη συγκέντρωση εξουσίας που χαρακτηρίζει τους σημερινούς θεσμούς και τις συνακόλουθες αξίες.

Έτσι, εργαζόμενοι και μη είμαστε όλοι (εκτός βέβαια από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ) σε διάφορες εκφράσεις των σχέσεων εξουσίας σήμερα, θύματα μιας πολύπλευρης κρίσης που οφείλεται σε ένα κοινωνικό σύστημα που έχει πλέον επικρατήσει παγκοσμίως: της οικονομίας της αγοράς και του συμπληρώματος του, της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» καθώς και των συνακόλουθων με αυτό ιεραρχικών δομών και αξιών. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο μόνο ουτοπικά φαντάζουν τα αιτήματα περί αξιοπρεπούς αύξησης του ελάχιστου μισθού ή εξασφάλισης της πλήρους εργασίας για όλους, αιτήματα που δεν επιτυγχάνονταν ούτε στις περιόδους της σοσιαλδημοκρατιάς, με τα μαζικά κινήματα και τις πολύ καλύτερες αντικειμενικές συνθήκες.

Πρόσφατα διατυπωμένες προτάσεις για μια εναλλακτική οικονομία όπως η πρόταση της Απο-ανάπτυξης (Serge Latouche) ή τα Συμμετοχικά Οικονομικά (Parecon) που υποστηρίζονται από τη ρεφορμιστική Αριστερά αλλά δυστυχώς και αντιεξουσιαστικούς κύκλους της χώρας μας μόνο παραπλανητικά μπορούν να χαρακτηριστούν καθώς δεν λύνουν θεμελιώδη ζητήματα που οδηγούν στη σημερινή συγκέντρωση δύναμης σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας η οποία είναι υπεύθυνη για τη χρόνια πολυδιάστατη κρίση που πλέον σήμερα γίνεται δυσβάσταχτη. (βλ. Τάκης Φωτόπουλος «Ο καπιταλισμός του Τσόμσκι, ο μετακαπιταλισμός του Άλμπερτ και η Περιεκτική Δημοκρατία»).

Δεν είναι λοιπόν περίεργο που διεθνές θεωρητικό αναρχικό περιοδικό χαρακτήρισε το Parecon «Συμμετοχική Γραφειοκρατία» που φαίνεται όμως κάποιοι στην Ελλάδα θεωρούν αντιεξουσιαστικό και οργανώνουν μάλιστα και αντιεξουσιαστικό φεστιβάλ (με την αναρχική έννοια του όρου) με γνωστούς «αντι-αυταρχικούς» (με τη φιλελεύθερη έννοια του όρου) όπως οι Τσόμσκι, Άλμπερτ, Ζινν κ.α. που ελάχιστοι στο διεθνές αναρχικό κίνημα τους αναγνωρίζουν ως αναρχικούς ενώ βέβαια τους προβάλλουν παντοιοτρόπως τα διεθνή ΜΜΕ της ρεφορμιστικής Αριστεράς!

ΙΙΙ) ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Οι παραπάνω σκέψεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι για να διασφαλισθούν το λιγότερο οι βασικές ανάγκες των εργαζομένων σήμερα αλλά και για να μετατραπούν οι χώροι εργασίας σε πραγματικά δημοκρατικούς χώρους αυτοδιαχείρισης, πρέπει να στραφούμε σε έναν αγώνα με σκοπό μια ριζικά διαφορετική κοινωνική και οικονομική οργάνωση, που θα λειτουργεί ΕΞΩ από την καπιταλιστική οικονομία της αγοράς και την φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική «δημοκρατία». Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο σε πρώτο στάδιο, ο αγώνας για έξοδο από την ΕΕ, την ΟΝΕ και τους συναφείς οικονομικούς θεσμούς, με στόχο την επίτευξη της απαραίτητης τοπικής αυτοδυναμίας και το σταδιακό χτίσιμο μιας συνομοσπονδίας αυτόνομων δήμων.

Απώτερος στόχος στο οικονομικό επίπεδο είναι η δημιουργία δημοτικών επιχειρήσεων σε ένα δημοτικοποιημένο τομέα παραγωγής και κατανάλωσης που θα τον ελέγχουν οι ίδιοι οι δημότες και τελικά η δημιουργία αυτοδιαχειριζόμενων δήμων ―που συνομοσπονδιοποιούνται σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο―, οι πολίτες των οποίων με τις αποφάσεις που λαμβάνουν στις δημοτικές συνελεύσεις τους θα είναι εκείνοι που θα αποφασίζουν τι, πώς και για ποιόν θα παραχθεί και όχι οι «δυνάμεις» της αγοράς όπως γίνεται τώρα.

ΙV) ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΜΕΣΑ

Από τη σκοπιά της ΠΔ η κατάληψη της τοπικής δημοτικής εξουσίας από μια δημοτική συνέλευση ΠΔ αποτελεί στρατηγικό στόχο για την επέκταση των δημοκρατικών αντισυστημικών θεσμών. Πριν φτάσουμε σε αυτό το στάδιο προτείνεται σήμερα όλες οι δυνάμεις της αντισυστημικής Αριστεράς να συστρατευθούν σε ένα ελάχιστο κοινό πρόγραμμα που θέτει:

1. ως πρωταρχικό στόχο την έξοδο της χώρας από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ για την απεξάρτησή της από την υπερεθνική ελίτ και την διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς, η οποία κάνει σχεδόν ανέφικτη την μετάβαση σε μια νέα κοινωνική, οικονομική και πολιτική οργάνωση

2. τη ριζική διοικητική αποκέντρωση με βάση νέους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς που θεσμοθετούν την οικονομική δημοκρατία, η οποία βασίζεται στην συλλογική ιδιοκτησία και έλεγχο των μέσων παραγωγής και διανομής από τους ίδιους τους πολίτες, την πολιτική δημοκρατία, η οποία βασίζεται στις συνελεύσεις γειτονιάς και τις κοινοτικές συνελεύσεις στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, την κοινωνική αυτοδιαχείριση που εξασφαλίζουν οι θεσμοί της αυτοθέσμισης στους τόπους δουλειάς, εκπαίδευσης κ.λπ. και τέλος την οικολογική δημοκρατία

3. τον αγώνα για την απο-ιδιωτικοποίηση και αντίστοιχη κοινωνικοποίηση των υπηρεσιών που καλύπτουν βασικές ανάγκες (Υγεία, Παιδεία, Ασφάλιση, Επικοινωνίες, ΕΡΤ κ.λπ.)

4. τον αγώνα για πλήρη απασχόληση με βάση την δημιουργία θεσμών οικονομικής δημοκρατίας στο τοπικό επίπεδο που συνομοσπονδιοποιούνται στο περιφερειακό και εθνικό επίπεδο.

5. τον απόλυτο χωρισμό Εκκλησίας από το κράτος σαν ένα πρώτο βήμα στην δημιουργία μιας ορθολογικής κοινωνίας, χωρίς αυτό ν’ αποκλείει την ατομική πίστη σε ανορθολογικές δοξασίες όπως αυτές των διαφόρων θρησκειών, προϋποτιθέμενου όμως ότι οι πολίτες που εμφορούνται από παρόμοιες δοξασίες θα υπόκεινται στις αποφάσεις των συνελεύσεων οι οποίες —και μόνον― εκφράζουν την βούληση της ορθολογικής δημοκρατικής κοινωνίας.

6. τη δημιουργία εναλλακτικών αντισυστημικών Μ.Μ.Ε. που θα εκφράζουν το ελάχιστο κοινό πρόγραμμα της αντισυστημικής συμμαχίας, ώστε να σπάσει το σημερινό μονοπώλιο που ασκεί η ρεφορμιστική Αριστερά στα «προοδευτικά» Μ.Μ.Ε., εκδοτικούς οίκους, ηλεκτρονικά μέσα κ.λπ. με βάση τα οποία καθιερώνει την ιδεολογική ηγεμονία της.

και από κει και πέρα * τον εκδημοκρατισμό και απογραφειοκρατικοποίηση των πρωτοβάθμιων σωματείων, * την απαξίωση του εργοδοτικού συνδικαλισμού, * την κλιμάκωση των αγώνων με διεκδικήσεις για την πλήρη και χωρίς καμιά εξαίρεση εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ως ελάχιστο σημείο άμυνας και εκκίνησης για τον περαιτέρω αγώνα αυτοδιαχείρισης των εργαζόμενων, * τον αγώνα για άμεσο κλείσιμο όλων των επιχειρήσεων που παραβιάζουν την εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία, * τη διεκδίκηση ανθρώπινων συλλογικών συμβάσεων για κάθε ειδικότητα, * την αυτοργάνωση στους τόπους εργασίας για την πρόληψη για την αποφυγή των εργατικών ατυχημάτων, * την αυτοοργάνωση με σκοπό τη δημιουργία οικονομικών θεσμών εκτός του συστήματος της οικονομίας της αγοράς με στόχο την ανακούφιση μέρους των αναγκών της τοπικής κοινωνίας και την προεικόνιση λειτουργίας της οικονομικής δημοκρατίας σε τοπικό επίπεδο.

Έτσι είναι δυνατό να αποκτήσουν οι πολίτες πραγματικό έλεγχο πάνω στην οικονομική δραστηριότητα και να πάψουν να είναι έρμαια για το τι, πώς και για ποιόν θα παραχθεί από τις αόρατες δυνάμεις της αγοράς και τις πολύ φανερές ελίτ που έμμεσα τις ελέγχουν!

Να σταματήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων υπηρεσιών και στην θέση τους να δημιουργηθούν δημοτικές μονάδες πρόνοιας, υγείας, παιδείας κ.λπ. ―που επίσης θα ελέγχονται από τις ανοιχτές δημοτικές συνελεύσεις και τους εργαζόμενους στις συνελεύσεις των χώρων εργασίας― προκειμένου να σταματήσει ο καθορισμός των βασικών ανθρώπινων αναγκών από την αγορά

Ο επίσημος συνδικαλισμός ούτε θέλει, ούτε μπορεί να ανακόψει την επέλαση των δυνάμεων της αγοράς που στοχεύουν στην εξάλειψη των εργασιακών δικαιωμάτων και την επιστροφή μας σε ένα πρωτόγονο καθεστώς εργασιακού μεσαίωνα. Αυτό οφείλεται τόσο στις νέες αντικειμενικές συνθήκες που προέκυψαν στη νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας, όσο και σε υποκειμενικούς παράγοντες που έχουν να κάνουν με την ρεφορμιστική νοοτροπία της «αριστοκρατίας» των συνδικαλιστικών ηγεσιών.

Σε αυτές τις καταιγιστικές εξελίξεις οι μεγάλες συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες αντέδρασαν με παθητικότητα και «συνετίστηκαν», σύμφωνα με τα αμυντικά, γραφειοκρατικά πρότυπα που ανέπτυξαν κατά την ―πολύ μικρή (και στρεβλή) στην Ελλάδα― περίοδο της “σοσιαλδημοκρατίας”, τότε που λειτουργούσαν ως συνδιαχειριστές της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής εξουσίας και μεριμνούσαν για τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης μέσα από τη συμμετοχή τους στο βολικό τρίπτυχο Συνδικαλισμός―Κράτος―Εργοδοσία. Για να μην χάσουν τη θέση τους στο σύστημα, οι «εργατοπατέρες» και οι γραφειοκράτες των μεγάλων συνδικάτων πρόσφεραν εγγυήσεις νομιμοφροσύνης απέναντι στις επιταγές της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, των ελίτ, κάνοντας τα στραβά μάτια απέναντι στην εντεινόμενη καταστολή και υποβάθμιση των μαζικών εργατικών αγώνων, με αντάλλαγμα την κατοχύρωση των προνομίων τους μέσα στον χώρο της οργανωμένης εργασίας (αλήθεια που είναι σήμερα η πορεία της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ;). Το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα στις μέρες μας έχει εκφυλιστεί και είναι οργανικά συνδεδεμένο με τις κομματικές ελίτ που μας κυβερνούν, συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στη συγκέντρωση πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δύναμης και την εμπέδωση των αξιών της ιεραρχίας, του ατομικισμού, της συντεχνιακής αντίληψης και της «αρπαχτής» σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. .

ΑΝΤΙΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 2009

[ ΔΙΚΤΥΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ]

www.inclusivedemocracy.org

www.inclusivedemocracy.org/pd

Για επικοινωνία : peridimok@gmail.com

Πέμπτη, Απρίλιος 02, 2009

"Να Φύγουν Όλοι!" μπροσούρα της ΠΔ για την πανελλαδική απεργία της 2/4

Περιεκτική Δημοκρατία



ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ ΟΛΟΙ !!!

H σημερινή εντεινόμενη καπιταλιστική κρίση ―που είτε καταδικάζει σε θάνατο είτε οδηγεί σε σταδιακή εξαθλίωση δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως― δεν οφείλεται ούτε σε κάποιους «άπληστους» τραπεζίτες ούτε σε κάποια προσωρινή «δυσλειτουργία» του συστήματος όπως διατείνονται τα «παπαγαλάκια» του συστήματος. Είναι μια ακόμα εγγενής και αναπόφευκτη συστημική κρίση και πηγάζει από τους ίδιους τους ― καθολικευμένους πλέον― θεσμούς του συστήματος δηλ. την οικονομία της αγοράς/ανάπτυξης και την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία». Πρόκειται για μια βαθιά, εκτεταμένη και πολυδιάστατη κρίση που αφορά όχι μόνο το οικονομικό (αν και αυτό είναι καθοριστικό λόγω του χωρισμού της κοινωνίας από την οικονομία στο σημερινό σύστημα) αλλά και το πολιτικό, οικολογικό και κοινωνικό πεδίο. Όσον αφορά ιδιαίτερα στην οικονομική διάσταση της, η χρόνια οικονομική κρίση, με τα συνεχή σκαμπανεβάσματα που δημιούργησε η ανάδυση του συστήματος της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς δύο περίπου αιώνες πριν, επιδεινώθηκε στην μεταπολεμική περίοδο με την άνοδο της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.

Στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης την οποία διανύουμε ―περίοδο ανοιχτών και απελευθερωμένων αγορών κεφαλαίου, εμπορευμάτων και εργασίας― η οικονομική δραστηριότητα, η εργασία και η παραγωγή έχουν διαχωριστεί πλήρως από την κοινωνία κι έχουν πάψει να ικανοποιούν τις πραγματικές ανάγκες όλων των πολιτών. Η κοινωνικά ανεξέλεγκτη δυναμική της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς οδηγεί όχι μόνο σε πελώρια συγκέντρωση οικονομικής δύναμης, διεύρυνση της ανισοκατανομής εισοδήματος και μεγιστοποίηση της πόλωσης μεταξύ γεωγραφικού Βορρά και Νότου ―που έχει δημιουργήσει ιστορικά η καπιταλιστική οικονομία αγοράς/ανάπτυξης― αλλά και στην επέκταση του νέου διπολισμού, δηλαδή του ανοίγματος μεταξύ κοινωνικο-οικονομικού «Νέου Βορρά» (εκείνοι που ωφελούνται από την παγκοσμιοποίηση είτε στον Βορρά είτε στον Νότο) και «Νέου Νότου» (η μεγάλη πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού που έχει «χάσει το τραίνο»). Ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε κολοσσιαίες πολυεθνικές επιχειρηματικές μονάδες οι οποίες αναδύθηκαν πριν 30 περίπου χρόνια ως η κύρια οικονομική μονάδα της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αποτελεί την κινητήρια δύναμη του συστήματος. Η «αποτελεσματικότητα» που είναι απαραίτητη για την επιβίωση στις παγκόσμιες αγορές ορίζεται με εργαλειακά τεχνοοικονομικά κριτήρια και δεν λαμβάνει υπόψη ούτε τις ανάγκες της κοινωνίας ούτε τις δημοκρατικά εκφρασμένες ανάγκες και επιθυμίες αυτόνομων ανθρώπων.

Μέσα σε αυτό το θεσμικό πλαίσιο, η οικονομική διαδικασία αποκόπτεται εντελώς από κάθε έλεγχο των τοπικών και εθνικών κοινωνιών, η εργασία όπως και όλα τα μέσα παραγωγής γίνεται εμπόρευμα και οι περισσότεροι άνθρωποι μετατρέπονται από πολίτες σε υποτελείς-σκλάβους μιας ετερόνομης διεθνοποιημένης οικονομικής σφαίρας, στερημένοι από κάθε δυνατότητα να αποφασίζουν αυτοί το τι, για ποιον και με ποιον τρόπο θα το παράγουν. Οι ανάγκες μας, βασικές και μη, ικανοποιούνται μόνο στο βαθμό που το επιτρέπει η τσέπη μας και συνήθως με μια ποιότητα για την οποία δεν έχουμε αποφασίσει. Αυτό που γίνεται στην πράξη είναι ότι εξατομικευόμαστε σαν ακίνδυνοι «καταναλωτές» και ύστερα αθροιζόμαστε σε εξειδικευμένες ομάδες στόχευσης με σκοπό να αγοράσουμε «αγαθά» που είτε έχουν προέλθει από μαζική εκμετάλλευση ανθρώπων και των παραγωγικών πόρων του πλανήτη με βάση τα συμφέροντα των ελίτ είτε δεν τα χρειαζόμαστε πραγματικά αφού δεν επιλέγουμε την παραγωγή τους. Σε μια οικονομία της αγοράς, δηλαδή, η παραγωγή και η κατανάλωση γίνεται αποκλειστικά με βάση «το πορτοφόλι» ενώ η τεράστια ανισότητα και η διεύρυνση της φτώχειας που τη συνοδεύει δεν είναι απλά το αποτέλεσμα της δυναμικής του συστήματος αλλά και η απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαιώνιση του, και οδηγεί επιταχυνόμενα στη συγκέντρωση δύναμης στα χέρια μιας, υπερεθνικής, πλέον, οικονομικής ελίτ.

Η ικανοποίηση των βασικών ανθρώπινων αναγκών δεν λογίζεται ως αυτό που πραγματικά είναι δηλαδή αυτονόητο ανθρώπινο δικαίωμα αλλά ως έμμεσο αποτέλεσμα της διαδικασίας της οικονομικής Ανάπτυξης, την οποία οι διαχειριστές του συστήματος θεωρούν ως δεδομένο ή τη στολίζουν με διάφορους επιθετικούς προσδιορισμούς («πράσινη Ανάπτυξη» κ.α.), τη στιγμή που είναι ακριβώς η οικονομία Ανάπτυξης και οι αντίστοιχες αξίες που έχουν οδηγήσει τον άνθρωπο και τη Φύση στην τεράστια οικονομική και οικολογική κρίση. Όμως η οικονομία Ανάπτυξης δεν είναι απλώς μια ιδεολογία που μπορούμε να την αλλάξουμε αρκεί ν’ αλλάξουμε τις αξίες μας όπως υποστηρίζουν (αφελώς;) οι ρεφορμιστές οικολόγοι. Η οικονομία Ανάπτυξης είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, επομένως καμία «απο-ανάπτυξη» δεν είναι δυνατή μέσα στην οικονομία της αγοράς παρά τα παραμύθια των ρεφορμιστών.

Στο όνομα της επιβίωσης του συστήματος και της Ανάπτυξης, οι υπερεθνικές και τοπικές οικονομικές ελίτ απαλλάσσονται από τις όποιες «κοινωνικές» υποχρεώσεις τους (φοροαπαλλαγές, μείωση ασφαλιστικών εισφορών κ.λπ.), ενώ οι αδύναμοι υποβάλλονται καθημερινά σε όλο και πιο σκληρές οικονομικές θυσίες (65ωρο, αύξηση έμμεσης και άμεσης φορολογίας, καταπάτηση κεκτημένων εργασιακών δικαιωμάτων, εργασιακή ανασφάλεια, αύξηση συνταξιοδοτικών ορίων). Το οποιοδήποτε «εθνικό κράτος» (ή ό,τι έχει περισσέψει από αυτό με την σχεδόν ολοκληρωτική υποταγή της οικονομικής του αυτοδυναμίας) και πολύ περισσότερο το ελληνικό «κλεπτοκρατικό», ανήμπορο εκ των πραγμάτων να εφαρμόσει κοινωνικούς ελέγχους για την προστασία της κοινωνίας από τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της αγοράς, περιορίζεται μόνο στους απαραίτητους ―για την εξομάλυνση του πλαισίου λειτουργίας της αγοράς― «ρυθμιστικούς» ελέγχους (για την αύξηση της προσφοράς και της «εξωστρέφειας» της ελληνικής οικονομίας) και υπό τις επιταγές της ΕΕ, διακηρύσσει πως τα ταμεία του είναι άδεια, επιβάλλει προγράμματα εκτεταμένης λιτότητας και εκποιεί την δημόσια περιουσία.

Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα σύστημα, και τις ελίτ που δρέπουν τους καρπούς του, που δικαιολογεί τις βαθιά ετερόνομες, αντικοινωνικές πολιτικές του με το παραμύθι της «ανάπτυξης» και της «ισχυρής οικονομίας» που τώρα κατέρρευσε εντελώς. Και όταν η αγορά αποτυγχάνει να εκπληρώσει τις ανεδαφικές προσδοκίες για ευημερία που σκόπιμα καλλιεργεί στον πολύ κόσμο (με τη βοήθεια των ετερόνομων θεσμών του συστήματος, σχολείο, ΜΜΕ κ.λπ.), όταν οι επιχειρηματικές «ατμομηχανές» της ανάπτυξης καταρρέουν και συντρίβονται από τα αδιέξοδα μιας οικονομικής κρίσης που όλο και χειροτερεύει, είναι ξανά οι εργαζόμενοι που υποχρεώνονται να κάνουν νέες υποχωρήσεις και να χρηματοδοτήσουν από τα δημόσια ταμεία την «ανάρρωση» των παρασιτικών αυτών οργανισμών, προκειμένου αυτοί να επιδοθούν εκ νέου σε μια μανιασμένη κούρσα για κερδοσκοπία σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Έτσι, στη σημερινή «πολιτικώς ορθή» ορολογία, οι κρίσεις μετατρέπονται σε «προβλήματα» τα οποία οι ειδικοί τεχνο-επιστήμονες μπορούν, κάτω από την πίεση της «κοινωνίας των πολιτών», να τα επιλύσουν με τις κατάλληλες μεθόδους. Τα καθεστωτικά ΜΜΕ και η ρεφορμιστική Αριστερά έχουν αποδυθεί σε μια συσκότιση των «συστημικών» αιτίων της σημερινής κρίσης και στη καλλιέργεια του εφησυχασμού ότι δήθεν με ατομικές ενέργειες και την πίεση των «κινημάτων», όπως αυτή εκφράζεται με ανώδυνες διαδηλώσεις, με τις δραστηριότητες των Μ.Κ.Ο., των βουλευτών της ρεφορμιστικής Αριστεράς κ.λπ., ή στην καλύτερη των περιπτώσεων με ουτοπικές προσδοκίες περί «ανατροπής και διάλυσης» της ΕΕ μέσα από ένα σοσιαλιστικό-αυτοδιαχειριστικό κίνημα που υποτίθεται θα ανακύψει ταυτόχρονα σε όλη την Ευρώπη, θα ξεπεράσουμε τις κρίσεις —οι οποίες στο μεταξύ επιδεινώνονται. Και αυτό «ξεχνώντας» τις τεράστιες διαφορές στις αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες των λαών μέσα στην ΕΕ που επιβάλλουν άμεση έξοδο της κάθε χώρας από την ΕΕ.

Σήμερα, μόνο μια επαναστατική αλλαγή του συστήματος μπορεί ν’ ανατρέψει τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που τώρα, με την αρωγή των τέως σοσιαλδημοκρατών και την ανοχή της ρεφορμιστικής Αριστεράς, μετατρέπεται σε σοσιαλ-φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση ―δηλαδή μια ηπιότερη εκδοχή νεοφιλελευθερισμού. Ο λόγος είναι ότι ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει σήμερα τις αντικειμενικές συνθήκες που καθιστούν σχεδόν αδύνατη οποιαδήποτε ανατροπή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης «από μέσα». Και αυτό, διότι «οι ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές είναι αναγκαία συνθήκη για την ίδια την λειτουργία μιας διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς που βασίζεται σε πολυεθνικές εταιρείες». Επομένως, μόνο αν τα κράτη ήταν διατεθειμένα να προχωρήσουν στην κατάργηση των ίδιων των πολυεθνικών επιχειρήσεων που ελέγχουν την παγκόσμια παραγωγή και το εμπόριο για να βάλουν τις αγορές κάτω από άμεσο κοινωνικό έλεγχο θα μπορούσε να θεμελιωθεί μια τέτοια αναστροφή. Άλλα τότε μιλάμε για επαναστατική αλλαγή του συστήματος...

Μια τέτοια καθολική ανατροπή που θα προκύψει από έναν Επαναστατικό Μετασχηματισμό θεσμών και αξιών «από τα κάτω» πρέπει να περιλάβει όλες τις σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας: οικονομική, πολιτική, κοινωνική και οικολογική με στόχο μια δημοκρατία που να εκτείνεται σε όλο το εύρος της κοινωνικής δραστηριότητας, δηλαδή μια πολιτική, οικονομική, κοινωνική και οικολογική δημοκρατία, εφόσον είναι φανερό ότι είναι η συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια των ελίτ που έχει οδηγήσει στη σημερινή πολυδιάστατη κρίση. Η πολιτική ελίτ με την αρωγή των φερέφωνων της στα ΜΜΕ ήδη επιχειρεί την κλιμάκωση του κλίματος τρομοκρατίας και στα καθ’ ημάς καταθέτει τα γνωστά σχέδια για τους «κουκουλοφόρους» και εποφθαλμιά το πανεπιστημιακό άσυλο επιδιώκοντας να κάμψει κάθε αντίσταση από τα πιο ενεργά κομμάτια του πληθυσμού, ενώ από την άλλη προκρίνει τη συνεχή τρομοκράτηση των οικονομικών μεταναστών, των συνδικαλιστών και εργαζομένων μέσω της “απρόσκοπτης” λειτουργίας της αγοράς, των ελαστικών σχέσεων εργασίας καθώς και των οικονομικών εκβιασμών κάθε είδους αλλά και τελευταία ακόμα και μέσω της έντασης χρήσης φυσικής βίας από το κράτος. Ενώ ταυτόχρονα δείχνει το «ανθρώπινο» πρόσωπο της με αστικές ελεημοσύνες και «γκαλά» πονόψυχων επιχειρηματιών και οικολόγων ή ρεφορμιστών-ΜΚΟ (όπως το συμβολικό σβήσιμο των φώτων και παρόμοια υποκριτικά καραγκιοζιλίκια) που προσπαθούν να πείσουν τους απελπισμένους λαούς ότι η οικολογική κρίση μπορεί να ξεπεραστεί αν καταλάβουμε «όλοι» τις ευθύνες μας, σαν να μας ρώτησε ποτέ κανένας για το τι, πως και για ποιον παράγεται που είναι η βασική αίτια της κρίσης!

Γι’ αυτό λοιπόν είναι σήμερα αναγκαίο οι πολίτες να αυτο-οργανωθούμε σε ριζικά αποκεντρωμένους «δήμους», δηλαδή τις συνελεύσεις των πολιτών στο τοπικό επίπεδο, που σταδιακά θα συνομοσπονδιοποιούνται σε περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο και να ξεκινήσουμε την εγκαθίδρυση από σήμερα μιας δημοκρατίας στην «πράξη», μιας περιεκτικής δημοκρατίας.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ως αναπόσπαστο τμήμα μιας ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η πρόταση της Περιεκτικής Δημοκρατίας για μια πραγματική οικονομική δημοκρατία σημαίνει ότι οι πολίτες θα μπορούν να ελέγχουν την καθημερινότητα τους, χωρίς αόρατες δυνάμεις της αγοράς, χωρίς κρατική γραφειοκρατία, χωρίς τραπεζίτες, κερδοσκόπους και καπιταλιστές, χωρίς κράτος και χωρίς χρήμα. Σε μια τέτοια κοινωνία οι δήμοι, δηλαδή οι συνελεύσεις των πολιτών σε κάθε κοινότητα, θα παίρνουν όλες τις σημαντικές τοπικές πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις, ενώ οι συνομοσπονδίες των δήμων σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, δηλαδή οι συνελεύσεις των ανακλητών εντολοδόχων των δημοτικών συνελεύσεων, θα έπαιρναν αντίστοιχα τις σημαντικές περιφερειακές και εθνικές αποφάσεις. Έτσι, όλες οι «μακρό»-οικονομικές αποφάσεις για τη συνολική κατανομή των οικονομικών πόρων (επενδύσεις, εργασία, παραγωγή, κατανάλωση, τεχνολογία κ.λπ.) παίρνονται από το σώμα των πολιτών συλλογικά και χωρίς αντιπροσώπευση, ενώ οι «μικρό»-οικονομικές αποφάσεις των παραγωγών και των καταναλωτών παίρνονται από τους ίδιους, μέσα από τη λειτουργία ειδικών «πιστωτικών καρτών», με βάση την γενική κατανομή των πόρων που καθορίζουν οι συνελεύσεις. Έτσι, εξασφαλίζεται και μια πραγματική ελευθερία επιλογής για όλους τους πολίτες, αντί για τη ψευτο-ελευθερία επιλογής του συστήματος της αγοράς, δηλαδή τόσο η συλλογική όσο και η ατομική οικονομική αυτονομία. Η ικανοποίηση όλων των βασικών αναγκών γίνεται με βάση τις συγκεκριμένες ανάγκες των πολιτών, ενώ η ικανοποίηση των μη βασικών αναγκών με βάση την καταβαλλόμενη προσπάθεια και τους διαθέσιμους πόρους. Η τοπική αυτοδυναμία που επιτυγχάνεται σε μια παρόμοια αποκεντρωμένη κοινωνία όχι μόνο εξασφαλίζει την πλήρη απασχόληση, αλλά και δημιουργεί τις θεσμικές και υποκειμενικές συνθήκες για την επαν-ενσωμάτωση της Κοινωνίας με τη Φύση, πέρα από την επαν-ενσωμάτωση της Πολιτείας στην Κοινωνία.

• Συλλογική λήψη όλων των σημαντικών αποφάσεων από συνελεύσεις άμεσης δημοκρατίας που συνέρχονται ανά Δήμο και συντονίζονται μεταξύ τους από επιτροπές (εξουσιοδοτημένων με ειδικές εντολές και όχι «αντιπροσώπων») σε τοπικό επίπεδο και σε περίπτωση συνομοσπονδιών παρομοίων δήμων, σε περιφερειακό, εθνικό, ή ακόμα και σε διηπειρωτικό επίπεδο.

• Συλλογική ιδιοκτησία και έλεγχο των μέσων παραγωγής και διανομής (που θα διαχειρίζονται οι δημοτικές επιχειρήσεις τις οποίες θα ελέγχουν οι δήμοι μαζί με τους εργαζόμενους σε αυτές) ώστε να ικανοποιούνται για όλους οι βασικές ανάγκες (σίτιση, στέγαση, ιατρική κάλυψη, εκπαίδευση, συγκοινωνίες, πλήρης κοινωνική πρόνοια για όλους τους πολίτες κ.λπ.).

• Δημιουργία δημοτικών τραπεζών / δημοτικών πιστωτικών συνεταιρισμών που θα λειτουργούν ως εκτελεστικά όργανα των συνελεύσεων σε ένα δημοτικοποιημένο τομέα, έξω από το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και που σταδιακά θα αντικαταστήσουν τις σημερινές Τράπεζες και τους τραπεζίτες μαζί με τους κερδοσκόπους κ.λπ. που σήμερα λυμαίνονται το λαό.

• Δημιουργία συστήματος προσωπικών πιστωτικών καρτών ή κουπονιών που θα ελέγχουν οι δήμοι και τα οποία στην αρχή θα συμβιώνουν με το σημερινό χρήμα με στόχο να το αντικαταστήσουν πλήρως σε μια α-χρήματη και α-κρατική κοινωνία, ώστε να καλύπτουν όλες τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών, χωρίς κρίσεις όπως η σημερινή που οδηγούν και σε άλλη ανεργία και φτώχεια.

• Αυτοδιαχείριση στους τόπους δουλειάς και εκπαίδευσης (από τις εργατικές συνελεύσεις και συνελεύσεις διδασκόντων και διδασκόμενων) και κατάργηση των διακρίσεων με βάση το φύλο, τη φυλή, την εθνικότητα ή την ταυτότητα.

• Επανενσωμάτωση της κοινωνίας με τη φύση μέσα από τη δημιουργία νέων θεσμών και συναφών αξιών που οδηγούν στην εξάλειψη όλων των δραστηριοτήτων που βλάπτουν το περιβάλλον και υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής.

ΕΜΠΡΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΒΙΑ,

ΕΙΤΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ, ΕΙΤΕ ΦΥΣΙΚΗ!

ΔΙΚΤΥΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

2 ΑΠΡΙΛΗ 2009

www.inclusivedemocracy.org | www.inclusivedemocracy.org/pd

e-mail: peridimok@gmail.com


Ο σκοπός του Newsetter που καθιερώσαμε είναι να σας κρατάει ενημερους για όλες τις πρόσφατες δημοσιεύσεις και εκδηλώσεις που αφορούν το πρόταγμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας. Αν δεν θέλετε να σας στέλνουμε τα ενημερωτικά αυτά e-mails παρακαλoύμε να μας ενημερώσετε πατώντας εδώ.


Τρίτη, Μάρτιος 10, 2009

Κυκλοφόρησε το καινούργιο τεύχος του περιοδικού "Περιεκτική Δημοκρατία"


http://www.inclusivedemocracy.org/pd/


διπλό τεύχος 18|19

(Φθινόπωρο 2008 - Άνοιξη 2009)

Περιεχόμενα

Εισαγωγικό Σημείωμα

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ :

«Η επιδεινούμενη συστημική κρίση: • η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση • η αντι-συστημική εξέγερση στην Ελλάδα • το εγκλημα των σιωνιστών και της υπερεθνικής ελίτ και η στάση της Αριστεράς • η Ρωσία και η υπερεθνική ελίτ» - Τάκης Φωτόπουλος

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ :

«Για την κρίση της νεωτερικότητας και των αντισυστημικών κινημάτων: Η αναγκαιότητα για μια νέα απελευθερωτική κοινωνία» - Συνέντευξη του Τάκη Φωτόπουλου στον Mika Pekkola

«Τι είναι Δημοκρατία;» - Συνέντευξη του Νίκου Πανάγου στον Oliver Ressler

ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ :

«Το χάος που μας περιβάλλει: αναμόρφωση ή σταδιακή επανάσταση;» - Παναγιώτης Κουμεντάκης

Ομιλίες των Π. Κουμεντάκη, J. Sargis, S. Best, Τ. Φωτόπουλου, Τ. Νικολόπουλου, Ν. Αναστασάτου και Γ. Ελαφρού στην παρουσίαση των βιβλίων «Περιεκτική Δημοκρατία: 10 χρόνια μετά» & «Παγκοσμιοποιημένος Καπιταλισμός, Έκλειψη της Αριστεράς και Περιεκτική Δημοκρατία» (Μάιος 2008)

Τετάρτη, Φεβρουάριος 25, 2009

Ο ελληνικός αναρχικός χώρος στον απόηχο των Δεκεμβριανών

Αρκετά μετά τον απόηχο της εξέγερσης των Δεκεμβριανών, η γενική εντύπωση που αποκόμισα από την πανσπερμία των σχετικών κινητοποιήσεων του Δεκέμβρη είναι ότι το ελληνικό αναρχικό κίνημα εμφανίστηκε για ακόμα μια φορά συνεπές και σε αυτό που γνωρίζει καλύτερα: τον αυθορμητισμό, την άμεση δράση και την αυτο-οργάνωση γύρω από "τοπικά", μονοθεματικά και ουσιαστικά "αμυντικά" προτάγματα (αντι-πληροφόρηση, επανα-οικειοποίηση δημόσιων χώρων, αντι-εργοδοτική ρητορική, "προσωποποίηση" του εχθρού, "καλλιέργεια της οργής") και την ίδια στιγμή ιδιαίτερα αμήχανο ως εντελώς αρνητικό σε κάτι που θα μπορούσε δυνητικά να προσδώσει στην αυξανόμενη επιρροή του στη νεολαία και στους "συμπαθούντες" μια ευρύτερη αντισυστημική (και κατά συνέπεια, βέβαια, αντικρατική) δυναμική, έτσι ώστε να δημιουργήσει την αρχή μιας ανάλογης επαναστατικής συνειδητοποίησης: δηλαδή στην πολιτικοποίηση των τοπικών και κεντρικών αγώνων μέσα από την -αναγκαία όσο ποτέ- αποσαφήνιση ενός συνολικού στόχου για την απελευθέρωση του ανθρώπου από τις εξουσιαστικές δομές και την κατάλυση της κυριαρχίας ανθρώπου από άνθρωπο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα παλιότερο αλλά πολύ επίκαιρο κείμενο που γράφτηκε από τον Γιάννη Εγίνογλου για το περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία (το καινούργιο διπλό τεύχος κυκλοφορεί αυτήν την εβδομάδα), με αφορμή τις κινητοποιήσεις στη Χαλκιδική το 2003, απηχεί, νομίζω, τα ευρύτερα και επαναλαμβανόμενα αδιέξοδα του αναρχικού χώρου στην Ελλάδα, ο οποίος φλερτάρει επικίνδυνα με το μεταμοντερνισμό και τη συνακόλουθη αποσπασματικότητα των δράσεων, ενώ τις περισσότερες φορές απεμπολεί άκριτα κάθε συζήτηση για ριζοσπαστικές, δημοκρατικές θεσμικές αλλαγές με στόχο μια απελευθερωτική οργάνωση της κοινωνίας που θα έρχονται σε σύγκρουση με το καθολικό ετερόνομο πρόταγμα του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής "δημοκρατίας".

Περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία (κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες το τεύχος Χειμώνας 2008-Άνοιξη 2009)
http://www.inclusivedemocracy.org/pd/is5/issue_5_dialog_PRINTABLE.htm

Περιεκτική Δημοκρατία, τεύχος 5 (Νοέμβριος 2003)


Ορισμένα σχόλια πάνω στον ελληνικό αναρχικό χώρο

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΓΙΝΟΓΛΟΥ

Κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων εναντίον της συνόδου των ηγετών της Ε.Ε. στη Χαλκιδική πραγματοποιήθηκαν για άλλη μια φορά τα ίδια γεγονότα από το χώρο των αναρχικών, σε πιστή συνέχεια της τελευταίας εικοσιπενταετίας: συρροή χιλιάδων νέων στο μπλοκ τους, κυνηγητό με την αστυνομία, διάλυση του μπλόκ και συλλήψεις. Αυτός ο κατ’ εξακολούθηση αναποτελεσματικός τρόπος δράσης από μέρους των αναρχικών δεν είναι τυχαίος. Ο σχολιασμός που ακολουθεί προσπαθεί να πιάσει μερικά βασικά δόγματα που εμποτίζουν σήμερα το χώρο αυτό στη χώρα μας και που κατά τη γνώμη μου ευθύνονται για την κατάστασή του.

Η άμεση δράση

Ένα βασικό επιχείρημα που προβάλλεται από τον αναρχικό χώρο, είναι ότι οι ενέργειες άμεσης δράσης είναι θεμιτές και υποστηρίζεται ότι τέτοιες ενέργειες είναι συμβολικές (δηλαδή έχουν την αξία του παραδείγματος που συμβάλλει στην αφύπνιση της κοινωνίας), ενώ συγχρόνως σημαίνουν και μια λογική άμεσης απάντησης στην κρατική καταστολή. Αυτό το σκεπτικό (που έγινε κυρίαρχο στην αντίληψη των αναρχικών), αποδείχτηκε ευχή και κατάρα για το σύγχρονο ελληνικό αναρχικό κίνημα, παρ’ όλο που η Ιστορία δείχνει ότι όταν ο αναρχισμός απόκτησε λαϊκά ερείσματα αυτό έγινε περισσότερο με κινηματική λογική (αναρχοσυνδικαλισμός) παρά μέσω του παραδείγματος, πέρα βέβαια από το γεγονός ότι υπήρξε πληθώρα αναρχικών θεωρητικών που δεν έριχναν το κέντρο βάρους στο παράδειγμα δια της άμεσης δράσης και χτυπημάτων εναντίον κρατικών, καπιταλιστικών κ.λπ. στόχων.

Ευχή, γιατί η πρακτική της άμεσης σύγκρουσης με τα ΜΑΤ λειτούργησε όντως παραδειγματικά για ένα μέρος της κοινωνίας. Πολλοί νέοι ελκύστηκαν από τις συγκρούσεις με την αστυνομία, που γίνονται μάλιστα μ' έναν θεαματικό τρόπο ο οποίος έδειχνε ότι η αμφισβήτηση του συστήματος δε σταματά σε παθητικές καταγγελίες, αλλά γίνεται πράξη ―ενεργητική/επιθετική― προσπαθώντας να τραβήξει και την κοινωνία προς αυτή την κατεύθυνση. Έτσι, είδαμε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 χιλιάδες νέους να πυκνώνουν τις γραμμές των αναρχικών μπλοκ, να ξεφυτρώνουν σα μανιτάρια αναρχικές μαθητικές ομάδες και να διαδίδεται η αναρχική πολιτική κουλτούρα έστω και σε επίπεδο συνθηματολογίας, ή υποτυπώδους πολιτικής συνείδησης σε τμήμα της νεολαίας. Σ’ αυτό βοήθησε κι ο καυστικός αναρχικός λόγος που με την απλότητά του εξέφρασε την αγανάκτηση αρκετών νέων για το σύστημα. Έτσι, είδαμε το φαινόμενο μιας δυσαναλογίας ανάμεσα στον αριθμό των οργανωμένων αναρχικών ομάδων που έφτανε μερικές εκατοντάδες μέλη και στην επιρροή τους σε μερικές χιλιάδες άτομα. Αυτές οι χιλιάδες όμως έλαμπαν δια της απουσίας τους σε μείζονος σημασίας γεγονότα: ο κανόνας ήταν (και είναι) σε δραστηριότητες για ζητήματα εργατικά, φοιτητικά, διεθνή, καμπάνιες για συμπαράσταση συλληφθέντων κ.λπ. να συμμετέχουν μόνο οι ομάδες των αναρχικών και όχι η επιρροή τους.

Από δω και πέρα αρχίζει η κατάρα. Η πολιτικοποίηση που παρήγαγε η δραστηριότητα των ελλήνων αναρχικών ήταν μερική. Η διάθεση των φοιτητών, των μαθητών και της «άγριας» νεολαίας για σύγκρουση με το κράτος δε μετουσιώθηκε σε σταθερό πολιτικό πόλο συνολικής ιδεολογικής και πολιτικής ρήξης με το σύστημα. Επόμενο είναι η διάθεση αυτή να ανεβοκατεβαίνει ανάλογα με τα γεγονότα που διαδραματίζονται κατά καιρούς. Γεγονότα, μάλιστα, που σχετίζονται κυρίως με ζητήματα κρατικής καταστολής (εξεγέρσεις φυλακισμένων, αθώωση Μελίστα, επέτειοι Πολυτεχνείου κ.λπ.). Αυτή η νεολαία με τα «άγρια» κοινωνικά χαρακτηριστικά που αποτελεί τον περίγυρο των αναρχικών δεν μπολιάστηκε απ’ αυτούς. Στην πραγματικότητα, έγινε το αντίθετο. Αντί να πολιτικοποιήσουν οι αναρχικοί την «άγρια» νεολαία... «αγριοποίησε» η «άγρια» νεολαία τους αναρχικούς! Πόσο μάλλον όταν τα παρορμητικά χαρακτηριστικά της καλύπτονται πολιτικά με ευφημισμούς όπως «η πραγμάτωση της οργής», «λύσσα των εξεγερμένων» κ.λπ.

Ο αυθορμητισμός δεν ορθολογικοποιήθηκε. Δε μετατράπηκε σε μόνιμη σχέση με την κοινωνία (υπήρχαν περιπτώσεις που δεν γινόταν η παραμικρή πολιτική δουλειά στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, ενώ ήταν στην ίδια σχολή 10-15 αναρχικοί). Ο Ελληνικός αναρχισμός δεν κατάφερε να αποκτήσει λαϊκή βάση ώστε να αποκτήσει μια στοιχειώδη υποστήριξη. Αυτό βέβαια δεν είναι τυχαίο όταν η συμπεριφορά μεγάλου μέρους των αναρχικών στέκεται εχθρικά απέναντι στην κοινωνία (βλ. και παρακάτω), όπως δείχνει και η σχετική συνθηματολογία («είστε θεατές-καταναλωτές», «...θα βγείτε απ' τα κλουβιά σας», «πίσω σκουλήκια μικροαστοί») που εκφράζει την αγανάκτηση για την ―υπαρκτή ομολογουμένως― απάθεια της κοινωνίας. Όμως, όταν απλώς εκφράζεται η οργή για την κοινωνική απάθεια χωρίς να γίνεται προσπάθεια να εξηγηθούν τα αίτια της και να δοθεί μια πρόταση διεξόδου απ' την καπιταλιστική παραφροσύνη, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι η αυτοπεριθωριοποίηση σε μικρές ομάδες που ασχολούνται με εσωτερικά «ζητήματα» και κουτσομπολιά.

Κι ακόμα χειρότερα, όταν ενισχύεται η περιθωριοποίηση με τον αφορισμό των πάντων (πλην της ομάδας που εκτοξεύει τον αφορισμό) ως ρεφορμιστών, αναπτύσσεται το τέρας του σεχταρισμού που γεννάει μικρά εγωϊστικά τερατάκια. Τα οποία, όμως, επειδή είναι και πολύ επαναστατάκια, δεν αρκούνται στον εξωαναρχικό ρεφορμισμό κι αρχίζουν να βλέπουν ρεφορμιστές και μέσα στον αναρχικό χώρο. Ύστερα πώς να μην αρχίσει η εσωτερική φαγωμάρα και ο αλληλοσπαραγμός που φτάνει δυστυχώς και μέχρι σε συρράξεις με άγριους ξυλοδαρμούς; Εδώ έχουμε να κάνουμε με τον «εμφύλιο» πόλεμο, άλλη μια κατάρα στον αναρχικό χώρο για την οποία εκτός απ' το σεχταρισμό και το δογματισμό ευθύνεται και η καχυποψία. Όμως, πρέπει να είναι εξαιρετικά επιπόλαιος κάποιος χαφιεδόφοβος που απαιτεί τήρηση συνωμοτικών κανόνων όταν επιμένει ότι η νόμιμη και η παράνομη δράση μπορούν να συνυπάρξουν μια χαρά παράλληλα με το δικαίωμα της μειοψηφίας την ίδια στιγμή που η οργανωτική χαλαρότητα του αναρχικού χώρου για την οποία φέρει και ο ίδιος ακέραια την πολιτική ευθύνη είναι παράδεισος για υπηρεσίες που θέλουν να εισέλθουν στους κόλπους του.

Το δικαίωμα της μειοψηφίας

Με αυτό σχετίζεται άλλη μια από τις βασικές αρχές που διατυμπανίζουν οι αναρχικοί. Την αρχή δηλαδή που λέει ότι μια μειοψηφία μπορεί να κάνει άνετα ότι επιθυμεί (γουστάρει) χωρίς να δεσμεύεται από πλειοψηφούσες αποφάσεις, ασχέτως αν στην πράξη αυτό σημαίνει ότι καπελώνεται η πλειοψηφία. Για παράδειγμα, σε μία κατάληψη κάποιας σχολής μπορούν 5-10 άτομα να ρημάξουν το κτήριο έστω κι αν η πλειοψηφία δεν επιθυμεί τους βανδαλισμούς. Αυτό όμως δεν είναι η αρχή του δικαιώματος της μειοψηφίας, αλλά η δικτατορία της μειοψηφίας σε βάρος της πλειοψηφίας, πράγμα εντελώς ασύμβατο με ένα κίνημα που μιλά για αντι-ιεραρχία. Η συμφωνία λοιπόν της πλειοψηφίας για στόχους, διαδικασίες και πρακτικές πρέπει να γίνεται σεβαστή απ' όλους, ειδάλλως έχουμε την επιβολή της μειοψηφίας πάνω στην πλειοψηφία.

Πολλοί αναρχικοί, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενοι, υποστηρίζουν πως το δικαίωμα της μειοψηφίας να μην πειθαρχεί στις αποφάσεις της πλειοψηφίας είναι θετικό γιατί έτσι αποφεύγεται το σαράκι του συγκεντρωτισμού και της γραφειοκρατίας που επικρατεί στην Αριστερά (όρος με τον οποίο εννοούν συνήθως τη Μαρξιστική Αριστερά) και επιτυγχάνεται η πολυεπίπεδη δράση μέσω της αποδοτικής διαφωνίας και πολυφωνίας. Όμως οι καλωπισμοί («πολυεπίπεδη δράση») δεν αρκούν για να καλύψουν τις απελπιστικής πενίας συζητήσεις που γίνονται σε κοινές συνελεύσεις αναρχικών όπου συνευρίσκονται διάφορες ομάδες και καταλήγουν πάντα στο ίδιο... μονοεπίπεδο σκεπτικό: αφισοκόλληση-πορεία. Όταν πάνε στην ίδια συνέλευση ή στην ίδια πορεία χαοτικοί, πάνκηδες, «Στιρνερικοί», εναλλακτικοί, φιλο-αναρχοσυνδικαλιστές και συμπαθούντες γενικώς, αυτό που ισχύει δεν είναι πολυεπίπεδη δράση μέσω της αποδοτικής διαφωνίας, αλλά ο ηθικολογικά περιβεβλημένος τεχνητός συνωστισμός διαφορετικών αντιλήψεων ―συχνά εντελώς ασύμβατων μεταξύ τους― που καταλήγει αποδεδειγμένα στη μονόμορφη δράση και τη φιλονικία. Αυτά βέβαια δεν είναι ασύνδετα με την εχθρική αντίληψη που έχουν πολλοί αναρχικοί προς τη Δημοκρατία και με την προτίμησή τους προς την ουτοπική διαδικασία της απόφασης μέσω συναίνεσης (η οποία όμως παίρνεται τελικά μέσω της σιωπηλής υπακοής κι όχι μέσω του διαλόγου και της ενεργητικής συναίνεσης).

Ατομικισμός και σοσιαλισμός σε μια μόνο γειτονιά.

Ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα με τους αναρχικούς (όχι μόνο τους Έλληνες), είναι η τάση να ερμηνεύουν κατά το δοκούν ιδέες του αναρχισμού (ή και το να διαλέγουν μονάχα εκείνους τους αναρχικούς στοχαστές που επιθυμούν, παρουσιάζοντάς τους όμως ως το Α και το Ω του αναρχισμού), έτσι ώστε να ικανοποιούν τις κατασκευαστικές τους απόπειρες για τη δημιουργία νεοαναρχικών «προσεγγίσεων». Ουδεμία σχέσιν έχουσες όμως με τη γόνιμη αναθεώρηση της θεωρίας μέσω του εμπλουτισμού, της επανεξέτασης και της αλληλεπίδρασης με την πράξη, αλλά σχέσιν έχουσες με την παραλλαγμένη εκδοχή μιας απ' τις κυρίαρχες καπιταλιστικές αξίες: αυτήν της εξατομικευμένης στάσης ζωής, των ατομικών λύσεων και όχι της συλλογικής δράσης. Συνθήκες όπως οι παρούσες, όπου δεν υπάρχει μαζικό κίνημα ώστε να δίνει άμεσο κίνητρο στους αγωνιστές, συχνά οδηγούν πολλούς σε ιδεολογικά κατασκευάσματα που δίνουν δήθεν διεξόδους αποκαλύπτοντας τάχα λάθη και ατέλειες των παραδοσιακών ιδεών. Πολλοί, απογοητευμένοι από την απάθεια και τον ατομικισμό που κυριαρχεί στην κοινωνία, οδηγούνται σε έναν άλλο ατομικισμό, που είναι διασταύρωση αναβιωμένης αναρχικής θεωρίας (π.χ. Στίρνερ - Max Stirner) καθώς και, εναλλακτισμού και ηθικολογίας επηρεασμένης μερικές φορές και από θρησκευτικά η γενικότερα ανορθολογικά στοιχεία, χωρίς να καταλαβαίνουν την θεμελιακή ασυμβατότητα της αυτονομίας που διακηρύσσουν με τα ανορθολογικά δόγματα, είτε είναι θρησκευτικά είτε προέρχονται από τη Νέα Εποχή, Ζεν, Τάο κ.λπ. Υπάρχουν άτομα και ομάδες που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο αντεξουσιαστικό χώρο που απορρίπτουν οποιαδήποτε πρόταση για συλλογικό πολιτικό αγώνα είτε ως ουτοπική, είτε ως «εξουσιαστική», αντιτάσσοντας την πρόταση της εσωτερικής αναζήτησης και ολοκλήρωσης μέσω της ανάπτυξης των διαπροσωπικών σχέσεων (σε ατομικό επίπεδο), του πειραματισμού με εναλλακτικούς τρόπους ζωής, της πνευματικής ανάπτυξης, ή όλων αυτών μαζί σε κοινόβια ή σε μικρές ομάδες που επιδιώκουν το κατά το δυνατό μικρότερο πάρε-δώσε με τον «έξω» κόσμο.

Η κατάληξη φυσικά είναι η διάλυση ή η ενσωμάτωση από το σύστημα τέτοιων προσπαθειών, όχι άμεσα (ότι δηλαδή οι καταλήψεις στέγης π.χ. έγιναν ξαφνικά κρατικά παραρτήματα), αλλά έμμεσα. Χαρακτηριστικό είναι ότι η ιδέα του «εθελοντισμού» υιοθετήθηκε μια χαρά από το κράτος (μέσω των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και της χρηματοδότησης προγραμμάτων) με διπλό κέρδος, που όχι μόνο απορρόφησε την ευαισθησία ενός μέρους της κοινωνίας για οικολογικά, ανθρωπιστικά κ.λπ. θέματα, αλλά εξασφάλισε και δωρεάν εργατικό δυναμικό για τομείς που μέχρι χτες ήταν στην ευθύνη του κράτους (π.χ. για φύλαξη οικοσυστημάτων, δίκτυα στήριξης/βοήθειας ηλικιωμένων, απόρων, ψυχικά ασθενών) βοηθώντας το στην υλοποίηση των νεοφιλελεύθερων επιταγών (συρρίκνωση κράτους πρόνοιας, μείωση δαπανών κ.λπ.). Εναλλακτικά, παρόμοιες ομάδες φυτοζωούν στην περιθωριοποίηση χωρίς καμιά οργανική επαφή με την ευρύτερη κοινωνία.

Τουτέστιν, είναι αδύνατη η ριζική αλλαγή της ζωής με προσπάθειες ενός στενού κύκλου ατόμων να χτίσουν αναρχοκομμουνιστικές «οάσεις». Εφόσον ελέγχουν την οικονομία, την παραγωγή και την πολιτική εξουσία οι ελίτ και οι περί αυτές, τέτοιες απόπειρες είναι καταδικασμένες σε αποτυχία όντας εξαρτημένες από το σύστημα για να λειτουργήσουν. Ωστόσο, τέτοιες απόπειρες θα χρησίμευαν ίσως ως ελάχιστο δείγμα για το πώς θα μπορούσε να είναι μια άλλη κοινωνία, ή και για την ανάπτυξη ριζοσπαστικής συνείδησης των ανθρώπων που θα συμμετείχαν ή θα σχετίζονταν μ' αυτές. Πρέπει να δούμε τέτοιες προσπάθειες ως κύτταρα που κυοφορούν το έμβρυο της κοινωνίας που θέλουμε και όχι ως εύκολη (ψευτο)λύση των σημερινών προβλημάτων ή των θεωρητικών αδιεξόδων.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η εκ μέρους μας απόρριψη του σημερινού συστήματος έχει να κάνει με τις ίδιες τις δομές του συνολικά. Το ίδιο συνολική πρέπει να είναι και η δική μας συνειδητή και όχι αποσπασματική δράση που θα μπορούσε και έπρεπε να συμπεριλάβει τόσο την άμεση δράση και τις παραδοσιακές μορφές δράσης (απεργίες, διαδηλώσεις κ.λπ.) όσο και τις παραπάνω προσπάθειες, προϋποτιθέμενου όμως ότι όλες αυτές οι μορφές δράσης θα αποτελούσαν οργανικό τμήμα ενός κοινωνικού κινήματος με στόχο την αλλαγή του συστήματος. Και αυτή η διαπίστωση οδηγεί αναγκαστικά στη διατύπωση μιας νέας πρότασης για μία αυτόνομη αμεσοδημοκρατική κοινωνία, και όχι σε ανιστόρητες απόψεις που υποστηρίζουν ότι αντί για τον αγώνα για πολιτική/κοινωνική ισότητα το ζητούμενο είναι η «ατομικότητα».

Η άτυπη ιεραρχία

Το σύνολο των αναρχικών έχει κηρύξει τον πόλεμο υποτίθεται στην ιεραρχία. Ας δούμε όμως πως λειτουργούν στην πραγματικότητα: έχοντας ως αρνητικό πρότυπο τις εξουσιαστικές σχέσεις και την κάθετη ιεραρχία που υπάρχει επί του παρόντος, ταυτίζουν τις ιεραρχικές αυτές σχέσεις με το ζήτημα της οργάνωσης, της πειθαρχίας, του σχεδιασμού, της συνέπειας και της συνέχειας όσον αφορά την πολιτική δράση. Όμως το να ταυτίζουμε τη στρατιωτικών διαταγών τύπου ιεραρχία που επικρατεί σήμερα με την πολιτική ή κοινωνική οργάνωση γενικά, είναι σα να ταυτίζουμε τη δουλεία με τη χαρά της δημιουργικής εργασίας. Συχνά δε, ακούγεται το γελοιοδέστατο επιχείρημα, ότι «οποιαδήποτε κοινωνική οργάνωση είναι από τη φύση της εξουσιαστική, εφόσον επιβάλλει θεσμούς και κανόνες που πρέπει να τηρούνται απ' όλα τα άτομα».

Τέτοιες απόψεις όμως όχι μόνο δείχνουν θεμελιακή παρανόηση πάνω στο θέμα ότι η αυτόνομη κοινωνία δεν σημαίνει έλλειψη οργάνωσης αλλά την ύπαρξη μιας άλλης μορφής που θεμελιώνεται στην αυτοδιεύθυνση των πολιτών αλλά και τσουβαλιάζουν όλα τα ιστορικά παραδείγματα κοινωνικής οργάνωσης (Ισπανική κολεκτιβοποίηση, ιδιωτικό καπιταλισμό κ.λπ.) και ταυτόχρονα δεν παίρνουν υπ’ όψη το γεγονός ότι ο άνθρωπος δε μπορεί να υπάρξει ως άνθρωπος έξω από μια κοινωνία και ότι κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς οργάνωση, αφού ακόμα και η παραμικρή εργασία προϋποθέτει οργάνωση.

Ως αντίποδα στην ιεραρχία οι αναρχικοί προτάσσουν τις οργανωτικά χαλαρές ομάδες δράσης και παρέμβασης. Όμως η ιεραρχία δεν εξαφανίζεται με μια απόφαση ούτε διαγράφεται απλώς με τη βούληση. Στην πράξη αυτό που συμβαίνει με την αδέξια και μυωπική παράκαμψη από τους αναρχικούς του ζητήματος της ιεραρχίας είναι η με αργούς ρυθμούς πολιτική ωρίμανση των νεοσχηματισθεισών ομάδων, η επανάληψη λαθών που θα μπορούσαν να αποφευχθούν με μια-δυο συζητήσεις και το ψάξιμο για θέματα που θα έπρεπε να είναι λυμένα από καιρό ώστε οι νεολαίοι που έχουν διάθεση για δράση, και να αξιοποιούνται σωστά για το ενδυνάμωμα του κινήματος, αλλά και να βοηθηθούν και οι ίδιοι παίρνοντας «έτοιμη» γνώση από τους παλαιότερους και πεπειραμένους. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει την παγίωση του δίπολου εντολοδότες-εκτελεστές. Σημαίνει τη θεμελίωση ενός ζωντανού κινήματος που αξιοποιεί τις δυνατότητες όλων με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, με δημοκρατικές διαδικασίες όπου παλιοί και καινούργιοι έχουν μία αμφίδρομη σχέση μέσα σε οργανωτικά σχήματα, τα οποία θα πρέπει να είναι το πρόπλασμα για τους νέους θεσμούς και να αντανακλούν την καινούργια κοινωνία που θέλουμε να φτιάξουμε, έτσι ώστε να ισχυροποιείται το πολιτικό υπόβαθρο των νέων αγωνιστών για να μην ευδοκιμεί η απογοήτευση μετά τον ενθουσιασμό των πρώτων ετών.

Και αυτό έχει τεράστια διαφορά από τη σημερινή οργανωτική μορφή του αναρχικού χώρου στην Ελλάδα, με τις μικρές και ασυντόνιστες μεταξύ τους ομάδες/παρέες στις οποίες δεσπόζουν οι περίφημοι πια «αναρχομπαμπάδες» με τη σιωπηλή αποδοχή των υπολοίπων μελών της ομάδας. Πράγμα φυσικό, γιατί αν δεν αναλυθεί το φαινόμενο της ιεραρχίας και απλώς προσπεραστεί γυρίζοντας το κεφάλι αλλού, μαζί του προσπερνιούνται ―ενώ παραμένουν άλυτα― και όλα τα προβλήματα που κουβαλάει η ιεραρχία μαζί της: η επικράτηση των ισχυρών χαρακτήρων, ο φαλοκρατισμός, η θεοποίηση του θάρρους και του τσαμπουκά, η αναπαραγωγή αρχηγών και οπαδών.

Η εθελοτυφλία απέναντι στο πρόβλημα, το μόνο που καταφέρνει είναι να συντηρεί την άτυπη ιεραρχία, η οποία είναι και η χειρότερη μορφή ιεραρχίας γιατί βασίζεται σε διαδικασίες που θυμίζουν μάλλον έναν πρωτόγονο τρόπο ανάδειξης ηγετών (ο πιο ευφραδής, ο πιο ισχυρός).
Άρα, προαπαιτούμενα για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος της ιεραρχίας είναι η θέσπιση δημοκρατικών δομών και διαδικασιών που αποτρέπουν τη συγκέντρωση εξουσίας προς τα πάνω (ανακλητότητα, περιοδικότητα κ.λπ.) και η μεγιστοποίηση του πολιτικού επιπέδου όλων για να μειωθεί κατά το δυνατό το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των περισσότερο και λιγότερο έμπειρων ώστε να μην κυριαρχούν αυτοί «που τα ξέρουν καλά» πάνω σε όσους «δεν τα ξέρουν και τόσο καλά».

Η σχέση με την κοινωνία

Η συνήθης πρακτική των αναρχικών στην Ελλάδα έχει ως στόχο τη διαρκή παρενόχληση του κράτους και τη συμβολή σε κοινωνικούς αγώνες ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτοί έχουν οξυμένη μορφή (εξαιρούνται βέβαια οι αναρχοατομικιστές που λόγω του υπερτροφικού εγωισμού και ελιτισμού τους σαρκάζουν τέτοιου είδους παρεμβάσεις). Αυτοί αντιτείνουν το «δρόμο του μοναχικού πολέμου» (για καναδυό χρόνια όμως, γιατί μετά πάνε σπίτι τους). Έτσι, σε περιπτώσεις εργατικών κινητοποιήσεων (π.χ. αδιόριστοι καθηγητές, ιδιωτικοποίηση της ΕΑΣ) ή κατοίκων (π.χ. Αραβησός, Ολυμπιάδα) η παρουσία τους αποσκοπούσε στην υποστήριξη και το φούντωμα αυτών των αγώνων. Όμως, η σχέση με την κοινωνία δε χτίζεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Δε γίνεται να απομονώσουμε μια στιγμιαία κοινωνική ένταση που ενθουσιάζει λόγω της ομοιότητάς της με τη στιγμή της εξέγερσης και με την παρέμβαση πάνω σ' αυτήν, να τροφοδοτείται η αυταπάτη ότι συμβάλλουμε στη ριζοσπαστικοποίηση των ανθρώπων επειδή τους συμπαραστεκόμαστε ηθικά και «στρατιωτικά». Ο αυθορμητισμός αν δε συνοδεύεται από συνείδηση φουντώνει και ξεφουντώνει σαν πυροτέχνημα. Δυστυχώς, το ίδιο φουντώνει και ξεφουντώνει και η παρέμβαση των αναρχικών, που μόλις βλέπουν σε μία κινητοποίηση συγκρούσεις με την αστυνομία εμφανίζονται για συμπαράσταση, αλλά αμέσως μετά εξαφανίζονται. Η εποικοδομητική παρέμβαση είναι μια διαδικασία που προϋποθέτει υπομονετική δουλειά κι όχι απλώς την πρόσκαιρη συμπαράσταση σ' έναν εργατικό ή τοπικό αγώνα. Χρειάζεται η παρουσία από τα μέσα σ’ έναν αγώνα αν είναι δυνατό, η ανάλυση της πραγματικότητας, να βλέπει ο κόσμος ποιος είναι και τι λέει αυτός που του συμπαραστέκεται, να αναγνωρίζει το ήθος και τη στάση των αγωνιστών καθημερινά για να υπάρχει επικοινωνία με την κοινωνία και να γίνεται πιο εύκολη η αποκάλυψη των πραγματικών/συστημικών αιτίων των επιλογών της εκάστοτε κυβέρνησης και όχι απλώς να επαναλαμβάνονται οι γενικολογίες για το κεφάλαιο και το κράτος ή οι θρυμματισμοί υαλοπινάκων από αγνώστους.

Συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, είναι οι πολιτικές αδυναμίες, τα αδιέξοδα και η επιπόλαια αποστροφή για τη θεωρία και την ανάλυση της πραγματικότητας που οδηγούν στον προσανατολισμό ενός μέρους των αναρχικών σε ατομικιστικές απόψεις και ένα άλλο μέρος ―το μεγαλύτερο― στη λατρεία της βίας που γίνεται αυτοσκοπός. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα, που η σύγχυση που προκαλεί σε ορισμένους αναρχικούς ο φετιχισμός των δυναμικών ενεργειών είναι τόσο μεγάλη, ώστε παρακινούμενοι συναισθηματικά γοητεύονται ακόμη κι από μαρξιστικές ένοπλες οργανώσεις που προπαγανδίζουν τη δικτατορία του προλεταριάτου, απλώς και μόνο επειδή είναι ένοπλες!

Όμως όταν η θεωρία αντικαθίσταται από τον άμυαλο ακτιβισμό είναι επόμενο να γίνονται εντελώς άσκοπες αντιπαραθέσεις με την αστυνομία και να λαμβάνει χώρα ο εγκλωβισμός στον γνωστό σε όλους φαύλο κύκλο σύγκρουση-συλλήψεις, με αποτέλεσμα να μετατραπεί ο αναρχικός χώρος από πολιτικό κίνημα που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είναι σε κίνημα συμπαράστασης πολιτικών κρατουμένων (στις δίκες των οποίων μάλιστα καλούνται ως μάρτυρες υπεράσπισης διάφοροι αστέρες της ρεφορμιστικής αριστεράς). Όταν κάποιος την αρχή «ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα» την κουτσοκαταλαβαίνει, είναι επόμενο το μέσο ―μυθοποιημένο πια― να παίρνει τη θέση του σκοπού απονεκρώνοντάς τον σταδιακά και τελικά εξαφανίζοντάς τον.

Οι εμφύλιες συρράξεις, η εχθρότητα, η καχυποψία, η ταύτιση της θεωρίας με την αστική διανόηση, η μη γόνιμη πολυμορφία, ο φαλοκρατισμός, η αντικοινωνικότητα, η αμορφωσιά, η μόνο στα λόγια συντροφικότητα, η αποστροφή για πολιτική δουλειά μέσα σε κοινωνικούς χώρους, πρέπει να ιδωθούν και να ερμηνευτούν μέσα σ' αυτό το πλέγμα οπισθοδρομικών χαρακτηριστικών που έχει ο αναρχικός χώρος στην Ελλάδα. Γιατί όταν δεν υπάρχει δυνατό πολιτικό και θεωρητικό υπόβαθρο, τακτική, μεθοδολογία και σαφής στόχος, αλλά αντίθετα ο «χώρος» συνήθως προσπαθεί να καταλάβει τη σημερινή πραγματικότητα με βάση τσιτάτα από απόψεις (πολλές φορές ασύμβατες μεταξύ τους) που αναπτύχθηκαν έναν ή δύο αιώνες πριν είναι επόμενο να αναδύονται φαλοκρατισμοί, συμμορίτικη διάθεση, βεντέτες με την αστυνομία, δογματισμός και εσωστρέφεια που οδηγούν στην περιθωριοποίηση και τη γραφικότητα.

Κυριακή, Ιανουάριος 18, 2009

Αντιδραστική κοινή ανακοίνωση υποτιθέμενων αριστερών διανοουμένων (Τσόμσκι, Βάλερσταϊν κ.α.) για τη σιωνιστική σφαγή στη Γάζα.

Να, λοιπόν, πόσο εύκολα "προοδευτικοί" και "αριστεροί" αποκαλούνται διανοούμενοι που εντάσσονται στον "σοσιαλιστικό" ή "ελευθεριακό" σιωνισμό, όπως φαίνεται περίλαμπρα και μετά την τελευταία τους κοινή δήλωση. Και εμείς, από την κεκτημένη ταχύτητα της πλύσης εγκεφάλου που έχουμε φάει με το ποιοι είναι οι πραγματικοί αριστεροί διανοούμενοι επειδή έτσι προβάλλονται από τα Μέσα (αφού βέβαια είναι πλέον και ανώδυνοι μέχρι ηλιθιότητας για το σύστημα)- που επενδύουν έτσι σε όποια αντισυστημικά χαρακτηριστικά είχαν πριν δεκαετίες- έχουμε φτάσει στο σημείο να τους θεωρούμε και "επαναστάτες" που αμφισβητούν το σύστημα!

Υπάρχει μάλιστα και ο Τσόμσκι για να επιβεβαιώνει το πόσο κοντά είναι ρεφορμισμός και υποκρισία όταν στα μεν Πανεπιστήμια κάνει απροσχημάτιστη επίθεση στους "κακούς Ισραηλινούς και τις ΗΠΑ" (χωρίς βέβαια πάλι να θίγει την πηγή του εγκλήματος που είναι η σιωνιστική ιδεολογία η οποία έχει ενταχθεί στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα και υποστηρίζεται από την υπερεθνική ελίτ) και την ίδια στιγμή υπογράφει πολυπροβεβλημένα από τα διεθνή ΜΜΕ (και από τους ίδιους τους σιωνιστές που τα ελέγχουν σε πολύ μεγάλο βαθμό, κάτι που έχει δειχτεί από Φίλκενσταϊν μέχρι...Τσόμσκι) κείμενα όπως αυτό.

Να λοιπόν οι ηθικοί εξιλεωτές/ιδεολόγοι των μαζικών σιωνιστικών εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, της πιο οικτρής μορφής ετερονομίας που βιώνει ο Παλαιστινιακός και γενικότερα ο αραβικός λαός, να οι "φωτεινοί" συνένοχοι των ίσων αποστάσεων και του τσουβαλιάσματος αντίστασης και κτηνώδους κατοχής:

http://www.enet.gr/online/online_text/c=111,dt=15.01.2009,id=90789628

"Διακήρυξη κατά της ισραηλινής επίθεσης στη Γάζα και υπέρ του δικαιώματος των Παλαιστινίων σε ένα δικό τους κράτος."

«Την ώρα που η διεθνής κοινότητα κάθεται απαθής και παρακολουθεί τη σφαγή αθώων Παλαιστινίων -παιδιών, γυναικών και ανδρών- καθώς οι ισραηλινές στρατιωτικές δυνάμεις χρησιμοποιούν αμερικανικής κατασκευής μαχητικά για να ρίχνουν αμερικανικές βόμβες στη Γάζα, εμείς, μέλη της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και ακτιβιστές της ειρήνης, καταδικάζουμε με το κείμενο αυτό την τελευταία ισραηλινή επίθεση και εισβολή στη Γάζα ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Είμαστε ηθικώς εξοργισμένοι από την πολιτική συλλογικής τιμωρίας που επιβάλλεται στους Παλαιστινίους και καταδικάζουμε και οικτίρουμε την αποτυχία του ΟΗΕ και της διεθνούς κοινότητας ως συνόλου να σταματήσει τις τελευταίες αυτές ισραηλινές φρικαλεότητες στη Γάζα.

Το δράμα του παλαιστινιακού λαού είναι μια μελανή κηλίδα στην ανθρωπότητα. Αν και απορρίπτουμε τις ρίψεις ρουκετών και όλμων από τη Χαμάς ως ηθικά λανθασμένες και πολιτικά αντιπαραγωγικές (σσ: πόσο μεταπρατικά "τεχνοκράτης" συστημικός μπορεί να είναι κάποιος;), καταδικάζουμε επίσης την ιδέα (σσ: !!!) των μαζικών αντιποίνων εναντίον μιας ανυπεράσπιστης κοινωνίας, καθώς τέτοιες πρακτικές οδηγούν σε μορφές βαρβαρότητας και απανθρωπιάς, τις οποίες πιστεύαμε ότι ο πολιτισμένος κόσμος είχε εγκαταλείψει εδώ και πολύ καιρό.

Εμείς, οι υπογράφοντες, ζητούμε άμεση εκεχειρία στη Λωρίδα της Γάζας, πλήρη απόσυρση των ισραηλινών δυνάμεων, τερματισμό του οικονομικού αποκλεισμού της Γάζας και έναρξη διπλωματικών συνομιλιών για την ίδρυση ενός παλαιστινιακού κράτους (σσ: μόνο Μπαντουστάν μπορεί να είναι ένα παλαιστινιακό κράτος πλέον, κάτι που το θέλουν και οι ίδιοι οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι). Καλούμε τη διεθνή κοινότητα να αναλάβει τις ευθύνες της για το μακελειό της Γάζας και να αξιολογήσει την εγκληματική συμπεριφορά του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρέπει να επικρατήσει η δικαιοσύνη για να υπάρξει μια ευκαιρία για την ειρήνη».

Judith Butler, Noam Chomsky, Irene Gendzier, Henry Giroux, Raza Ali Hasan, Ted Honderich, Diana Johnstone, Joseph Levine, Jennifer Loewenstein, James Mittelman, Kees van der Pijl, Chronis Polychroniou, Martin Shaw, Shirley R. Steinberg, Immanuel Wallerstein, Howard Zinn.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 15/01/2009
"


Και η απάντηση της Περιεκτικής Δημοκρατίας στη συνενοχή της "διάνοιας":

http://www.enet.gr/online/online_fpage_text/dt=17.01.2009,id=5710636


"Πώς εξηγείται η κτηνωδία στη Γάζα;

Του ΤΑΚΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ενώ η συστημική βία κατά του νεολαιίστικου κινήματος στην Ελλάδα εντείνεται, η συστημική βία στη Γάζα που ασκείται άμεσα από τη σιωνιστική ελίτ και έμμεσα από την υπερεθνική ελίτ (ΗΠΑ, Ε.Ε.) ήδη έχει φτάσει τα όρια της κτηνωδίας. Είναι πια φανερό ότι ο ισραηλινός στρατός όχι μόνο εσκεμμένα αγνοεί το γεγονός πως όταν βομβαρδίζει την πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή του κόσμου, όπου συνωστίζονται 1,5 εκατ. πρόσφυγες, αναπόφευκτα θα προκαλέσει μαζικές απώλειες ανάμεσα στους αμάχους, αλλά και είναι επίσης πια διαπιστωμένο, ακόμη και από τις επιτόπου υπηρεσίες του ΟΗΕ και ΜΚΟ, ότι εσκεμμένα δολοφονεί αμάχους σε ένα πρωτοφανές όργιο κρατικής τρομοκρατίας. Ετσι, η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα κατηγόρησε τους Ισραηλινούς ως εγκληματίες πολέμου για τη χρήση πανίσχυρων οβίδων σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, απαγορευμένων όπλων όπως οι βόμβες λευκού φωσφόρου (ακόμη και κατά της έδρας του ΟΗΕ στη Γάζα), τη χρησιμοποίηση οικογενειών ως ανθρώπινες ασπίδες σε σπίτια που επιτάσσουν, τις επιθέσεις κατά ασθενοφόρων που έχουν ήδη οδηγήσει στη δολοφονία 12 νοσοκομειακών.1 Και φυσικά είναι γνωστές οι καταγγελίες για την αναγκαστική συγκέντρωση αμάχων σε σχολεία ή σπίτια και στη συνέχεια τη δολοφονία πολλών από αυτούς.2 Το αποτέλεσμα είναι ότι την 20ή ημέρα της σφαγής οι νεκροί Παλαιστίνιοι πλησιάζουν τους 1.100, από τους οποίους το 40%, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ, γυναίκες και παιδιά, έναντι 10 Ισραηλινών στρατιωτών και 3 πολιτών, σε εφαρμογή σχεδίου για την ελαχιστοποίηση των ισραηλινών απωλειών σε βάρος των αμάχων.3

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο ισραηλινός στρατός συστηματικά έδωσε ψευδείς εξηγήσεις, όπως άλλωστε έκανε σε ολόκληρη την ιστορία του, όπως εμπεριστατωμένα έδειξε ο Robert Fisk.4 Αυτό έκανε το 1996 όταν εσκεμμένα βομβάρδισαν βάση του ΟΗΕ στην Κανά του Λιβάνου, δολοφονώντας 106 πρόσφυγες (πάνω από τους μισούς παιδιά), ισχυριζόμενοι ότι στο κτίριο ήταν και πολεμιστές της Χεζμπολά - ένα ασύστολο ψέμα. Το ίδιο ψέμα είχαν πει και το 1994 όταν «Απάτσι» δολοφόνησε 5 γυναικόπαιδα σε νοσοκομειακό που τους μετέφερε από γειτονικό χωριό, από όπου τους είχαν διατάξει να φύγουν. Τέλος, δεν απολογήθηκαν ποτέ όταν το 2006, αφού είχαν εξαναγκάσει τους κατοίκους λιβανέζικου χωριού (Marwahin) να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, στο δρόμο τους πυροβόλησαν από ελικόπτερα θερίζοντας 23 από αυτούς, βασικά γυναικόπαιδα. Φυσικά ο Fisk κατηγορήθηκε για αντισημιτισμό γι' αυτές τις καταγγελίες του (όπως και ο υπογράφων για παλαιότερα άρθρα του), με βάση τη γνωστή «βιομηχανία του Ολοκαυτώματος» στην οποία αναφέρθηκα στο προηγούμενο άρθρο. Με παρόμοιο τρόπο οι συστηματικοί αυτοί ψεύτες «δικαιολογούν» τα σημερινά χειρότερα εγκλήματα στη Γάζα ή τις πειρατικές επιθέσεις σε διεθνή ύδατα εναντίον πλοίων ανθρωπιστικών αποστολών («Dignity», «Αρίων»).

Πώς εξηγείται όμως η τελευταία σιωνιστική κτηνωδία που ίσως ξεπερνά κάθε προηγούμενη; Ο λόγος είναι απλός. Εφόσον ο σκοπός της εγκληματικής εκστρατείας ήταν να γονατίσουν την αντίσταση, ο μόνος τρόπος ήταν η κατατρομοκράτηση του λαού της Γάζας, πρώτα με την οικονομική βία που έχει οδηγήσει στην οικονομική εξαθλίωσή του, και τώρα με την κτηνώδη φυσική βία, στην οποία ο ισραηλινός στρατός ίσως είναι ο πιο εξειδικευμένος στρατός στον κόσμο. Οπως στην πρώτη ιντιφάντα ο ίδιος στρατός, με διαταγή του «προοδευτικού» Ράμπιν έσπαζε με κοτρόνες τα χέρια των παιδιών που πετούσαν πέτρες, έτσι και σήμερα κατακρεουργεί όποιους αντιστέκονται. Ο ενδιάμεσος στόχος είναι να τους υποχρεώσουν να απαρνηθούν την αντίσταση και να δεχτούν τελικά τον εκλεκτό της υπερεθνικής ελίτ και των σιωνιστών Αμπάς, με... αντάλλαγμα οι Ισραηλινοί να πάψουν να παραβιάζουν κατάφωρα το διεθνές δίκαιο και να σταματήσουν τον στραγγαλιστικό αποκλεισμό της Γάζας. Ο απώτερος στόχος, που θα εφαρμοστεί από τον «προοδευτικό» Ομπάμα με τη βοήθεια του Κογκρέσου που μόλις συντάχθηκε απόλυτα με τη σημερινή εγκληματική εκστρατεία (με... δημοκρατική πλειοψηφία 98%), είναι η λύση των «2 κρατών». Πώς εννοούν όμως οι σιωνιστές τη «λύση» αυτή που επιδοκιμάζεται από τον Αμπάς μέχρι το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά; Ο έντιμος Εβραίος ιστορικός Ιλάν Παπέ, που αναγκάστηκε από τους σιωνιστές σε αυτοεξορία, το έθεσε σαφώς: ένα σιωνιστικό κράτος στο 90% της ιστορικής Παλαιστίνης και το υπόλοιπο 10% να μοιράζεται ανάμεσα σε δύο μεγάλες φυλακές, τη Δυτική Οχθη και τη Γάζα5 (λύση «Μπαντουστάν»). Φυσικά υπάρχουν και πιο ακραίοι σιωνιστές (Λικούντ κ.λπ.), που δεν θέλουν ούτε αυτή τη λύση, αλλά απλώς κάποια «αυτονομία» των Παλαιστινίων στα δύο γκέτο, μέχρι να τους αναγκάσουν τελικά να εγκαταλείψουν ολοκληρωτικά τη γη τους...

Με τι θράσος, όμως, περιφρονούν έτσι χυδαία τα εκατομμύρια διαδηλωτών εναντίον της σφαγής σε όλο τον κόσμο, ακόμη και τον ΟΗΕ και τις ΜΚΟ που κάθε άλλο παρά... ριζοσπαστικές είναι; Είναι το θράσος που τους δίνει η άμεση ή έμμεση συμπαράσταση των διεθνών ΜΜΕ που ελέγχει η υπερεθνική ελίτ, με την ολόθερμη συμπαράσταση των ανά τον κόσμο σιωνιστών. Είναι ακόμη το θράσος που πηγάζει από τη δύναμη που έχει ο αρχιεγκληματίας Ολμερτ, όταν σαν... πλανητάρχης δίνει εντολή στον Μπους να μην ψηφίσει ακόμη και το σχέδιο στο Συμβούλιο Ασφαλείας που είχε εγκρίνει η Κοντολίζα και η υπόλοιπη υπερεθνική ελίτ, αλλά και από τη γνώση ότι οι «καλοί» Ομπάμα-Χίλαρι θα εφαρμόσουν σύντομα την ίδια βασικά πολιτική των «κακών» Μπους-Κοντολίζα. Και, τέλος, είναι το θράσος που απέκτησαν από την αποκτήνωση στην οποία έχει οδηγήσει τον ισραηλινό λαό μια εγκληματική ιδεολογία, ο σιωνισμός, όταν με 91% εγκρίνει τα σημερινά κακουργήματα κατά της ανθρωπότητας, με μόνο λίγες φωνές (κυρίως έντιμων Εβραίων στο εξωτερικό) να τον απορρίπτουν, αλλά και τις «ίσες αποστάσεις» των «προοδευτικών» σιωνιστών τύπου Νόαμ Τσόμσκι, Ιμάνουελ Βαλερστάιν, Χάουαρντ Ζιν, Μάικλ Αλμπερτ, Ιλάν Χατσόρ, Αρι Φόλμαν6 κ.ά.

ΥΓ.: Στο άρθρο μου για τον συστημικό χαρακτήρα της κρίσης που ξέσπασε με τη δεκεμβριανή κοινωνική έκρηξη («Ε», 20/12/08) προσπάθησα να εξηγήσω τη λαϊκή αντιβία και τις «τυφλές» κάποτε μορφές που μπορεί να παίρνει, μη δεχόμενος κατ' αρχήν τη διάκριση κουκουλοφόρων και μη. Παρ' όλα αυτά ανώνυμος λασπογράφος στο αθηναϊκό Ιντιμίντια δεν δίστασε να συνδέσει τη θέση μου με την αντίθετη προς τη δική μου θέση του ΚΚΕ και του «Ριζοσπάστη» πάνω στο θέμα, επειδή πριν από 7 χρόνια είχα αρθρογραφήσει στον «Ρ» για τον δήθεν αντικειμενικό ρόλο της Διαχειριστικής Ομάδας (Δ.Ο.) του! Το χειρότερο όμως είναι ότι η Δ.Ο. του Ιντιμίντια, κατά παράβαση κάθε δεοντολογίας, έκρυψε συστηματικά το ανασκευαστικό σχόλιό μου!7 Ερώτηση: αυτή την «εναλλακτική» ενημέρωση πρεσβεύει η Δ.Ο.;

http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

1. Afua Hirsch, «Israel may face UN court ruling on legality of Gaza conflict» Guardian, 14/01/2009.

2. Ιστοσελίδα BBC, «Israel "shelled civilian shelter"», 01/09/2009 & «Israelis "shot at fleeing Gazans"», 14/1/09.

3. Chris McGreal, «Demands grow for Gaza war crimes investigation», Guardian, 13/1/09.

4. Robert Fisk, «Why do they hate the West so much, we will ask», Independent, 7/1/2009.

5. Βλ. το ντοκιμαντέρ των Sufuan & Abdallah Omeish «Occupation 101» (2007).

6. Χαρακτηριστικά, το «προοδευτικό» και πολυβραβευμένο «Βαλς με τον Μπασίρ» δεν εξετάζει τη σφαγή 1.700 Παλαιστινίων στη Σάμπρα και Σατίλα το 1982, από τη μεριά των θυμάτων, αλλά από αυτή των Ισραηλινών στρατιωτών και των... ψυχολογικών προβλημάτων που τους δημιούργησε η σφαγή!

7. Βλ. Ανακοινώσεις ΠΔ: http://www.inclusivedemocracy.org/pd
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 17/01/2009

"